Χλιδανεργία και προτεσταντική ηθική

Το σχόλιο του φίλου loco στο προηγούμενο ποστ μου κίνησε την περιέργεια για τον νεολογισμό «χλιδάνεργος». Γκουγκλίζοντας λοιπόν τον παραπάνω όρο, βρέθηκα μπροστά στην αναδημοσίευση του άρθρου από το blog G700. Ειλικρινά έπαθα την πλάκα μου.

Και όχι, την πλάκα μου δεν την έπαθα από το άρθρο. Ειλικρινά, δεν περίμενα κάτι καλύτερο από μια πληρωμένη πένα του εκδότη που κατέστρεψε μια ολόκληρη γενιά με τα ρυπαρά του έντυπα – αλήθεια, και συγνώμη για το ad hominem, αλλά ο τύπος αυτός που εκτοξεύει μύδρους εναντίον της φίλης του, τι ακριβώς δουλειά κάνει, πώς τη βρήκε, τι προσόντα έχει για να την κάνει και στην τελική πόσα παίρνει για πόσο χρόνο εργασίας;

Τη χειρότερη εντύπωση, μου την προκάλεσε η πλειονότητα των σχολίων που όζουν από μια ιδιόμορφη ηθική προτεσταντικού τύπου – η οποία θεωρεί τη δουλειά ως κάτι καλό από μόνο του – ή, ακόμα χειρότερα, μια ηθική βγαλμένη από τον «παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο» – ξέρετε, την εποχή που γυρνούσε ο κόσμος ανάποδα από τις πολιτικές διώξεις, τις απαγορευμένες πορείες ειρήνης και τις διαδηλώσεις του 1-1-4 και του 15% για την παιδεία, ο ελληνικός κινηματογράφος διηγόταν τη “βγαλμένη-από-τη-ζωή» ιστορία του μπουζουκτσή που παντρευόταν το πλουσιοκόριτσο, καταδίκαζε τις προγαμιαίες σχέσεις και στηλίτευε τη φθοροποιό δράση του ροκ στο άνθος της ελληνικής νεολαίας. Μιλάμε για τόσο σύγχρονες αντιλήψεις.

Δυστυχώς, πρέπει να εξηγήσουμε κάποια πολύ βασικά πράγματα. Στο ψητό.

Θεωρούμε τις παρακάτω θέσεις ως γεγονότα που (θα έπρεπε να) είναι αυτονόητα:

  1. Οι σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ρυθμίζονται από τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Ούτε η Φιλελεύθερη Συμμαχία δεν νομίζω να έχει αντίρρηση σε αυτό. Άλλωστε, κι ο ίδιος ο Adam Smith το γράφει. Κάθε εργαζόμενος είναι ελεύθερος να διαπραγματευτεί την αμοιβή της εργασίας του κι αυτό είναι θεμιτό στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς στην οποία ζούμε. Αν αυτή τη στιγμή οι μισθοί είναι πολύ χαμηλοί λοιπόν, αυτο συμβαίνει διότι υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που δέχονται να δουλέψουν με τέτοιους μισθούς.
    Άμεση συνέπεια του γεγονότος αυτού, είναι πως, αν όλοι συμπεριφερόμασταν με την περηφάνεια ενός «χλιδάνεργου», τότε οι εργοδότες δε θα έβρισκαν εργατικό δυναμικό σε τόσο χαμηλή τιμή και θα αναγκάζονταν να αυξήσουν τις αμοιβές τους. Κατά συνέπεια, οι «χλιδάνεργοι» λειτουργούν προς όφελος των εργαζομένων. Οι μιζεράνεργοι (για να ανταποδώσω την ευγένεια του νεολογισμού) που, «φτώχεια και φιλότιμο», «εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί», δέχονται εξευτελιστικούς μισθούς, συμμετέχουν στην πτωτική πορεία των μισθών.
  2. Ο υποψήφιος εργαζόμενος που έχει κάποια εκπαίδευση, από ECDL μέχρι μεταπτυχιακό, έχει κάνει κάποια επένδυση προσδοκώντας καλύτερη αμοιβή. Αν δεν είχε κάνει από μόνος του αυτήν την επένδυση, τότε το κόστος της εκπαίδευσής του θα μετακυλιόταν στον εργοδότη, είτε άμεσα (με σεμινάρια πληρωμένα από τον εργοδότη ΟΑΕΔ) είτε έμμεσα (μη αποδοτική εργασία μέχρι «να μάθει τη δουλειά»).
    Κατά συνέπεια, Ο εργοδότης ωφελείται πολλαπλά όταν χρησιμοποιεί εκπαιδευμένο προσωπικό. Διότι κάποιος που είναι εκπαιδευμένος σε ένα είδος εργασίας, είναι πιο παραγωγικός. Τελικό συμπέρασμα, ο εργαζόμενος που έχει επενδύσει στην εκπαίδευσή του έχει γλυτώσει τον εργοδότη του και τους φορολογούμενους από έξοδα.
    Για τεκμηρίωση, ανατρέξτε σε οποιοδήποτε εγχειρίδιο Μικροοικονομίας.
  3. Και ο πλέον αστοιχείωτος από Ανθρώπινους Πόρους, μπορεί να καταλάβει πως πρέπει να υπάρχει σύμπτωση δεξιοτήτων και θέσης. Ο κομπιουτεράς πρέπει να ασχολείται με τους υπολογιστές, ο οδηγός αυτοκινήτων με τις παραδόσεις, ο λογιστής με τα λογιστικά κ.ο.κ. Όταν ζητάς γραμματέα / τηλεφωνήτρια με πτυχίο πανεπιστημίου, δεν είσαι απλώς άσχετος, πρέπει να πας σε νευρολογική κλινική να σε κοιτάξουν. Διότι, πολύ απλά, το πανεπιστημιακό πτυχίο δε θα βοηθήσει σε τίποτα το άτομο αυτό να κάνει καλύτερα τη δουλειά για την οποία το χρειάζεσαι. Είναι θέμα απλής λογικής.
  4. Ας γίνει επιτέλους αντιληπτό: οι μισθοί των εργαζομένων, δεν είναι «έξοδο» της επιχείρησης, αλλά επένδυση. Αυτό το υπενθυμίζει και η Naomi Klein στο πολύκροτο βιβλίο της No Logo. Ο «καημένος» ο επιχειρηματίας δε σας δίνει τα λεφτά από καλωσύνη ούτε από το υστέρημά του. Σας τα δίνει γιατί του παράγετε εργασία πολύ μεγαλύτερης αξίας (ώστε να του μένει το κέρδος). Είναι προς το συμφέρον του κάνει την καλύτερη δυνατή επένδυση: όπως τον συμφέρει να αγοράσει ένα καλύτερο μηχάνημα, έτσι τον συμφέρει να προσλάβει έναν ειδικευμένο εργαζόμενο. Και όπως θα δώσει παραπάνω λεφτά για να εξασφαλίσει το καλύτερο μηχάνημα, έτσι θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερο μισθό για να έχει καλύτερους εργαζομένους. Αν αυτό θεωρείται αυτονόητο για τις μηχανές, γιατί δε θεωρείται για τους ανθρώπους;
  5. Οι χαμηλοί μισθοί αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη μιας οικονομίας. Οι υψηλοί μισθοί συμβάλλουν στη βελτίωση της οικονομίας. Ποιος το λέει αυτό; Όχι κάποιος εργατοπατέρας, αλλά, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο πατέρας της μεικτής οικονομίας (που έχουμε σήμερα) John Maynard Keynes. Την διαδικασία μπορείτε να τη βρείτε σε οποιοδήποτε βιβλίο μικροοικονομίας: όταν αυξάνονται οι μισθοί, αυξάνεται η κατανάλωση, ο κόσμος δηλαδή αγοράζει, άρα δημιουργείται περιθώριο για νέα αγαθά και υπηρεσίες, ξεφυτρώνουν καινούργιες επιχειρήσεις για να καλύψουν τις νέες ανάγκες κ.ο.κ. Όταν πέφτουν οι μισθοί, πέφτει κι η κατανάλωση κι όλοι γκρινιάζουν πως «ο κόσμος δεν έχει λεφτά» και «δεν κινείται τίποτα στην αγορά». Άρα οι μιζεράνεργοι συμμετέχουν με τη στάση τους στην πτωτική πορεία της οικονομίας.
    Ακόμα χειρότερα, όταν οι εργοδότες χρησιμοποιούν μετανάστες, και μάλιστα σε συνθήκες μαύρης εργασίας, δεν έχουμε μόνο διαφυγόντα έσοδα από το ασφαλιστικό και από τους φόρους, αλλά, δεδομένου πως η πλειονότητα των μεταναστών στέλνει εμβάσματα στο εξωτερικό, έχουμε διαφυγή αγοραστικής δύναμης στο εξωτερικό, αγοραστική δύναμη η οποία θα μπορουσε να χρησιμοποιηθεί για να τονώσει την εδώ οικονομία. Με άλλα λόγια, οι εργοδότες με τα χεράκια τους, βγάζουν τα ματάκια τους.

Εν κατακλείδι, η διεκδίκηση ενός ανθρώπινου μισθού, δεν είναι μόνο αυτονόητο δικαίωμα, αλλά και βασική παράμετρος της οικονομίας. Και, στο κάτω κάτω, λίγο σεβασμό στις γενιές πριν από μας που διεκδίκησαν αυτό το δικαίωμα πριν από μας, κάτω από πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, δίνοντας, ουκ ολίγες φορές, ακόμα και το αίμα τους.

Εν τω μεταξύ, αν η εδώ εργοδοσία δε δώσει τα σωστά λεφτά, τα ειδικευμένα στελέχη θα φύγουν προς το εξωτερικό (πολλοί το έκαναν ήδη). Θα περνούν καλύτερα, η εκεί χώρα θα χαίρεται με την ανάπτυξη της οικονομίας της κι εδώ ακόμα θα αναρωτιόμαστε τι στην ευχή φταίει.

Α! Κι επιτέλους, ας πάψει αυτό το «καμμία δουλειά δεν είναι ντροπή». Ο άνθρωπος που το είπε, είχε πει κατά λέξη πως «ουδέν έργο» είναι ντροπή. Τη διαφορά μεταξύ έργου-εργασίας και δουλειάς ειλικρινά απαξιώ να την εξηγήσω.

This entry was posted in Μανιφέστο συρταριού and tagged , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Χλιδανεργία και προτεσταντική ηθική

  1. akamas says:

    Και τι γίνεται φίλε Κρείτωνα αν η εταιρία φύγει για κάποια χώρα με μικρό εργατικό κόστος;

  2. Κρείτων Κουσουράτος says:

    Αυτό *θα μπορούσε* να είναι καλό, υπό προϋποθέσεις πάντα. Γενικά, είναι καλά να φεύγουν οι «δεύτερες» δουλειές προς τα έξω και να δημιουργούνται καλύτερες θέσεις εργασίας εδώ. Και θα μπορούσε να γίνεται στην Ελλάδα όπου έχουμε πληθώρα ειδικευμένων στελεχών, αλλά αυτό θα το αναλύσω σε επόμενο ποστ, που θα σχετίζεται με τις νέες τεχνολογίες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Notify me of followup comments via e-mail. You can also subscribe without commenting.