Για την πρόσφατη τοποθέτηση του Ιερώνυμου

Ένα σημαντικό κείμενο, με την υπογραφή του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, δημοσιεύτηκε στο Βήμα. Ξεχωρίζει η σαφής ιδεολογική του τοποθέτηση και η συντηρητική στροφή που αυτή συνεπάγεται. Είναι όμως παράλληλα και μια σαφής ιδεολογική ήττα για τις ιδέες που προσπαθεί να μεταφέρει το κείμενο.

Ας εξετάσουμε προσεκτικά τη δεύτερη και την τρίτη παράγραφο του κειμένου:

Από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα δύο εντελώς αντίθετες τάσεις οδήγησαν στην επικράτηση του ατομοκεντρισμού. Από τη μία πλευρά το πνεύμα του διαφωτισμού, προβάλλοντας τον αυτοπροσδιορισμό και την υποβάθμιση της Θρησκείας και της Παράδοσης. Και από την άλλη πλευρά η συνειδητή ή ανεπίγνωστη προσπάθεια μεταλλαγής της παραδοσιακής ευσέβειας σε ευσεβισμό, που καλλιεργούσε τη νοοτροπία της ατομικής σωτηρίας και τη φοβία της συμμετοχής στα κοινά.

Αυτά είναι ξένα προς την παράδοσή μας. Η πίστη των Ορθόδοξων είναι Χριστοκεντρική και Εκκλησιοκεντρική και γι΄ αυτό καλλιεργεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες και γεννά συλλογικά πολιτισμικά επιτεύγματα. Για τον ορθόδοξο Χριστιανό δεν υπάρχουν εκκλησιαστικές και πολιτικές διακρίσεις όσον αφορά την ηθική υπόσταση του πολίτη ως πιστού ή του πιστού ως πολίτη.

Οι δύο αυτές παράγραφοι έχουν πολύ «ζουμί».

Πρώτον, τίθεται ως ορόσημο η επανάσταση του 1821 ως αρχή μιας παρακμής, ως έναρξη δυο επιδράσεων οι οποίες «είναι ξένες προς την παράδοσή μας». Το σημείο θέλει προσοχή: η επανάσταση του 1821 μπορεί να μην κατονομάζεται ευθέως ως αρνητική εξέλιξη, το μήνυμα όμως της φράσης είναι σαφές: πως, από ορθόδοξης πλευράς, σίγουρα ο λαός ήταν καλύτερα πριν την επανάσταση.

Αν η επανάσταση κατηγορείται έμμεσα, αυτό δε συμβαίνει με το Διαφωτισμό, ο οποίος κατονομάζεται ευθέως ως υπεύθυνος για την πνευματική παρακμή. Μπορεί να μην αποτελεί έκπληξη το ότι η εκκλησία στρέφεται ενάντια στο Διαφωτισμό, γνωρίζουμε άλλωστε από την ιστορία για τον πόλεμο που έκανε εναντίον του. Αξίζει όμως να σημειωθεί ο χρόνος ο οποίος επιλέγεται για να κατονομαστεί ο Διαφωτισμός ως «εχθρός».

Τα δύο ορόσημα της ιστορίας βρίσκονται πολύ κοντά στο κείμενο για να περάσουν απαρατήρητα. Ακόμα, δε γίνεται να μην τα συνδέσουμε με εκείνο το ιδεολογικό ρεύμα, το οποίο προέρχεται μέσα από την εκκλησία, με κύριο εκφραστή τον Γιανναρά, και το οποίο ζητά απερίφραστα αποκοπή της Ελλάδας από τις αξίες του διαφωτισμού κι επιστροφή στις αντίστοιχες παλιές, «παραδοσιακές» βυζαντινοθωμανικές. Είτε το θέλει είτε όχι (;), ο αρχιεπίσκοπος ουσιαστικά τάσσεται στην ίδια γραμμή.

Το τρίτο σημείο δε μας αφήνει καμμία αμφιβολία. Για τον αρχιεπίσκοπο, δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ πίστης και πολιτικής. Ελάχιστα έμμεση, εξαιρετικά σαφής τοποθέτηση η οποία θέλει τη χριστιανική εκκλησία να παρεμβαίνει στην πολιτική ζωή. Πράσινο φως για πολιτική από άμβωνος.

Από εδώ και πέρα όμως, το ίδιο το κείμενο εμπεριέχει την ιδεολογική ήττα του. Διότι, ο αρχιεπίσκοπος, όχι μόνο δεν μπορεί να κατηγορήσει άμεσα την επανάσταση του 1821, αλλά κάνει έκκληση στο όνομά της, ως δρόμο για ανάκτηση του χαμένου μας «πνεύματος». Όσο κι αν την κατηγορεί ως απαρχή της παρακμής, ουσιαστικά αναγκάζεται να την επικαλεστεί προκειμένου να στηρίξει τα επιχειρήματά του. Αντίφαση και ήττα.

Δεύτερη, κι ακόμα πιο σοβαρή ιδεολογική ήττα, η ίδια η επίκληση που κάνει. Παραθέτω:

Σήμερα, που διατυπώνονται θρασείες προτάσεις από εταίρους μας περί εκποιήσεως των μνημείων μας, ο λόγος του Μακρυγιάννη είναι αποκαλυπτικός;

«Είχα δυο αγάλματα περίφημα (…) τα ΄χαν πάρει κάτι στρατιώτες και στ΄ Αργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν (…) Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι΄ αυτά πολεμήσαμε». Ιδού πώς σχολιάζει ο Γ. Σεφέρης αυτή τη στάση: «Καταλαβαίνετε; Δε μιλά ο Λόρδος Βύρων, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος· μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. “Γι΄ αυτά πολεμήσαμε”. Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες Ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου».

Ο αρχιεπίσκοπος δεν επικαλείται τις γνωστές, τετριμμένες φράσεις του Κολοκοτρώνη, πως πολεμήσαμε «πρώτα για το Χριστό, μετά για την πατρίδα». Η φράση είναι τόσο γνωστή, κολλάει τόσο πολύ με το υπόλοιπο πνεύμα του κειμένου που κάνει εντύπωση το ότι τελικά δεν τη χρησιμοποίησε. Ε, λοιπόν όχι, η φράση φαίνεται πως είναι παλιά και σκούριασε. Αναγκάζεται λοιπόν να καταφύγει στο γνωστό απόσπασμα του Μακρυγιάννη, το οποίο όμως, τελικά, εντοπίζει την ελληνικότητα στην αρχαία Ελλάδα, ούτε στο Βυζάντιο, ούτε στην Ορθοδοξία. Γι’ αυτά πολεμήσαμε, όχι για τους παπάδες! Η τελική αποστροφή του Σεφέρη, υπό αυτήν την οπτική, ακούγεται πολύ διαφορετικά.

Να λοιπόν μια σαφής ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά και ήττα, από τη γραφίδα του αρχιεπισκόπου, η οποία όσο κι αν πολεμά το Διαφωτισμό, την Επανάσταση και την αρχαία Ελλάδα, τελικά, αναγκάζεται να τα αποδεχθεί.

ΥΓ. Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου, ωστόσο, ως προς το κατά πόσο αυτή η ιδεολογική στροφή θα συνοδευτεί, επισήμως, από το πλήρως συμβατό ιδεολόγημα της Ρωμηοσύνης, ως έννοιας η οποία «υπερβαίνει και συμπληρώνει τον Ελληνισμό». Η ιδεολογική βάση υπάρχει έτοιμη εδώ και καιρό. Μια τέτοια εξέλιξη, πέρα από την προφανή συντηρητικότητά της, προμηνύει μια σοβαρή ιδεολογική σύγκρουση στο μέλλον. Το κείμενο ωστόσο δείχνει πως η πλάστιγγα ήδη έχει αρχίσει να γέρνει.

This entry was posted in Ελληνοκεντρικός χώρος and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Notify me of followup comments via e-mail. You can also subscribe without commenting.