20 χρόνια πριν, ακριβώς

Θυμάμαι πως όλα αρχίσανε πολύ απλά. Μια συζήτηση-ενημέρωση η οποία έλαβε χώρα στην αλάνα δίπλα από το σχολείο, για την οποία λίγοι μαθητές ενδιαφέρθηκαν. Θέμα, η εγκύκλιος η οποία μόλις είχε φτάσει στα σχολεία της χώρας κι η οποία περιέγραφε κάποιες απλές αλλαγές. Αυτά που άκουσαν, με εξοργίσανε. Θεωρούσα πως το λογικό ήταν, όταν ήταν να γίνουν αλλαγές στο σχολείο, αυτές να γίνουν προς την κατεύθυνση μιας καλύτερης και ουσιαστικότερης παιδείας. Κούνια που με κούναγε βεβαίως. Ο τότε υπουργός παιδείας Κοντογιαννόπουλος, ενδιαφερόταν μοναχά να εφαρμόσει μέτρα αστυνομικού χαρακτήρα με μοναδική έννοια όχι να ελέγξει ακόμα πιο σφιχτά μαθητές οι οποίοι σε λίγους μήνες έως δύο χρόνια το πολύ, θα ενηλικιώνονταν και θα ψήφιζαν.

C’était la guerre.

Και το παρόν ποστ δεν είναι μια αποτίμηση των όσων έζησα τότε, ούτε θέλει να έχει κανενός είδους ψευτοαντικειμενικότητα στα γεγονότα των ημερών αυτών. Είναι μια υποκειμενικότατη εξιστόρηση των καταλήψεων όπως τη θυμάμαι κι όπως τη βίωσα τότε. Τούτο το άρθρο δεν το υπογράφω εγώ, αλλά ό,τι συνεχίζω να κουβαλάω μέσα μου από τον 17άχρονο που τότε κατέβηκε στο δρόμο.

Δε θυμάμαι πως ακριβώς αποφασίσαμε την έναρξη της κατάληψης, σίγουρα όμως έγινε με κάποια ψηφοφορία.  Κι αμέσως άρχισε ο πυρετός. Ποιοι θα μείνουν, ποιοι θα φύγουν. Στη σχολική μου ζωή, ήταν η πρώτη φορά που μας έβλεπα να παίρνουμε θέση και να χωριζόμαστε σε «εμείς» και «οι άλλοι», χωρίς όμως να έχει τόσο χτυπητή αντίθεση μεταξύ «μαύρου» και «άσπρου». Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα φίλο, δευτεροδεσμίτη, που ετοιμαζόταν να δώσει για να μπει στην Ιατρική και με ενοχές μου εξομολογιόταν πως δεν μπορούσε να συμμετέχει, αλλά συνεισέφερε όσο πιο γενναιόδωρα μπορούσε στην τροφοδοσία της κατάληψης για να ενισχύσει. Θυμάμαι και τον παλιό μου διπλανό. Θα έδινε κι αυτός για ιατρική. Είχε ξαναγίνει κατάληψη για έναν πραγματικά αστείο λόγο όταν πηγαίναμε στην πρώτη λυκείου. Τότε είχε πει «ψηφίζω να γίνει η κατάληψη για να μην κάνουμε κατάληψη όταν θα είμαστε στην τρίτη και χάσουμε τότε μαθήματα». Οπότε, εκείνη τη φορά, ψήφισε εναντίον μόνο και μόνο επειδή ήμασταν στην τρίτη και, παρόλο που παρακολουθούσε μαθήματα σε ακριβό φροντιστήριο, δεν ήθελε να ρισκάρει να χαθούν μαθήματα από το σχολείο, μην τυχόν και χάσουμε το δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές εξετάσεις.

Με το που ξεκίνησαν οι καταλήψεις, ξεκίνησε και η λάσπη από τον τύπο. «Οι μαθητές κάνουν καταλήψεις για να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην κοπάνα» ήταν το κλισέ που επαναλαμβανόταν κι εγώ άφριζα. Το θέμα μας δεν ήταν το ότι η εγκύκλιος καταργούσε τις αδικαιολόγητες απουσίες. Το θέμα δεν ήταν καν η εγκύκλιος. Το θέμα ήταν πως ενώ κάναμε μάθημα σε άθλιες αίθουσες, χωρίς θέρμανση και το μόνο που έσωζε την κατάσταση ήταν η καλή διάθεση των καθηγητών που είχαμε την τύχη να έχουμε, η βελτίωση της παιδείας δεν ένοιαζε κανέναν. Και θέλαμε να εκφράσουμε την αντίθεσή μας: θέλαμε καλύτερη παιδεία, όχι αυταρχικά διατάγματα για αστυνομικά μέτρα.

Τότε ήταν που εγώ, που ανήκα στους «σπασίκλες» γνώρισα για πρώτη φορά από κοντά τους διαβόητους «κοπανατζήδες». Ξέρετε, τα παιδιά που κάνουν συχνά κοπάνες, που δεν ενδιαφέρονταν για τα μαθήματα και που παίρνανε κακούς βαθμούς. Και τότε ήταν που εκτίμησα πραγματικά αυτούς τους συμμαθητές μου, διότι αυτοί δε μένανε στα λόγια. Στηρίζανε την κατάληψη και μένανε εκεί, στο σχολείο, με τις ώρες, την ίδια στιγμή που πολλοί «καλοί» μαθητές, ψήφιζαν «ναι» εκ του πονηρού, ώστε να εκμεταλλευτούν τη διακοπή των μαθημάτων ώστε να μελετήσουν καλύτερα τα μαθήματα που συνεχίζανε, έτσι κι αλλιώς να κάνουν, στο φροντιστήριο. Κι αυτοί ήταν η θλιβερή πλειονότητα στα μέλη της οποίας δεν παρέλειπα να τα χώνω.

Αλλά ας πιάσουμε και το άλλο φετίχ των εφημερίδων: τις καταστροφές. Κάπου στις πρώτες μέρες, κάποια παιδιά μπήκαν στο χημείο του σχολείου. Βούτηξαν μερικούς βώλους ανθρακασβέστιο και κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ρίξει έναν… στο φραπέ του. Το αποτέλεσμα ήταν ο αφρός να απλωθεί σε μήκος γύρω στα 10 μέτρα. Αν δεν το έβλεπες, δεν μπορούσες να πιστέψεις πως ένα ποτήρι νερό με λίγο καφέ μπορεί να βγάλει τόσο πολύ αφρό. Α! και κανείς δεν είχε την έμπνευση να ανάψει τον αφρό.

Στα πιο σοβαρά, δε θέλαμε να καταστρέψουμε ούτε θρανία, ούτε καρέκλες. Αλλά, το βράδυ, όταν το κρύο του Δεκέμβρη μας τρυπούσε, οι αναστολές μας τελείωναν και ρίχναμε στη φωτιά τα ξύλα από τις καρέκλες, τα οποία, μαζί με το βερνίκι τους, βγάζανε πολλή ζεστασιά. Έτσι λοιπόν, κάποιος γονιός, επειδή κατάλαβε τι γινόταν, αντί να καταριέται την αλητονεολαία που δε σέβεται τίποτε πήγε και μας έφερε ένα γερό φορτίο με καυσόξυλα, να ζεσταινόμαστε από αυτά. Έκτοτε, ελάχιστες καρέκλες καταστράφηκαν.

Εν τω μεταξύ, η κατάσταση αγρίευε. Ξέραμε πως στην Πάτρα κυκλοφορούν περίεργες συμμορίες οι οποίες την πέφτανε σε καταλήψεις. Οι φήμες λέγανε πως συμμορίες από ΜΑΚΙτες κάνανε ντου σε κατειλλημένα σχολεία και μοίραζαν ξύλο αφειδώς. Σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να μη θυμηθώ έναν παλιό μου συμμαθητή, την προσωπική μου αντιπάθεια από το γυμνάσιο, ο οποίος πεισμωμένα μου έλεγε «δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το βλέπουν κομματικά. Κι εγώ Νέα Δημοκρατία υποστηρίζω, αλλά αυτό το νομοσχέδιο είναι βλακεία και δεν πρέπει να περάσει! Κι αν έρθουν ΜΑΚΙτες, εγώ θα τους αντιμετωπίσω». Και το εννοούσε. Εννοείται πως η παλιά μας έχθρα παραμερίστηκε. Τελικά, η αγωνία τερματίστηκε όταν μια ομάδα από γονείς αποφασίσανε να κάνουν κι αυτοί βάρδιες στην είσοδο του σχολείου.

Ήταν η μοναδική φορά που ξενυχτούσα στο σχολείο. Ήταν η μοναδική φορά που πήγαινα στο σχολείο καθημερινά, τις μέρες των διακοπών των Χριστουγέννων. Με φίλους από άλλα σχολεία, ανταλλάξαμε εθιμοτυπικές επισκέψεις στις καταλήψεις. Κι ήταν η πρώτη φορά που μίλησα σε κοινό, εκεί, στις γενικές συνελεύσεις, οι οποίες γίνονταν κάθε δύο-τρεις μέρες. Ας λέγανε ό,τι θέλανε όσοι «θέλανε να κάνουν μάθημα» μη χε. Το σχολείο είχε χίλιους μαθητές. Στις γενικές συνελεύσεις συμμετείχαν καμμιά εκατοστή. Αν πραγματικά θέλανε να λήξει η κατάληψη, δεν είχαν παρά να παρευρεθούν στη γενική συνέλευση και να ψηφίσουν για τη λήξη της. Αν το παίρναν απόφαση, μας είχαν στο χέρι.

Αρχίσανε οι πορείες. Η Αθήνα ποτέ δεν είχε δει τόσο μεγάλη πορεία μαθητών και είχε καιρό να δει τόσο μεγάλες πορείες γενικότερα. Ο έξω κόσμος όμως, παρόλο που το κίνημα των καταλήψεων είχε γιγαντωθεί, εξακολουθούσε να μην παίρνει χαμπάρι. Αυτό με εξόργιζε. Τα παιδιά σας είναι στους δρόμους γυρεύοντας μια καλύτερη παιδεία. Πως γίνεται να μη σας νοιάζει; Αποκλείσαμε ένα δρόμο χωρίς καμμία ενοχή. Ας καθυστερήσετε μια μέρα να πάτε στη δουλειά σας, εδώ συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικό! Και είναι τα ίδια συναισθήματα που με κάνανε να φωνάζω κι εγώ, μαζί με τους συμμαθητές μου, καθώς κατεβαίναμε την Ιπποκράτους για να πάμε σε μια από τις πολλές πορείες «Όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας, τότε θα βγείτε απ’ τα κλουβιά σας».

Ήρθε η 7η Ιανουαρίου, η μέρα που «έπρεπε» να ανοίξουν τα σχολεία. Η κυβέρνηση είχε δώσει εντολή οι καθηγητές να πάρουν απουσίες έξω από τα σχολεία. Οι καθηγητές όχι απλώς αρνήθηκαν, αλλά μας υποστήριξαν. «Παιδιά, αυτό που ζητάει το υπουργείο είναι παράνομο, μη φοβάστε καθόλου». Εκείνη τη μέρα, σκάσανε ξανά μύτη όλοι οι μαθητές του σχολείου, όλα τα εξαφανισμένα καλόπαιδα που φοβόντουσαν «μη χάσουμε μαθήματα».

Η κατάσταση ήταν αμφίρροπη. Η επίμαχη εγκύκλιος είχε αποσυρθεί. Σκεφτόμουν πως αν σταματούσαμε τώρα την κατάληψη, θα δικαιώναμε όλους αυτούς που λέγανε πως κάναμε τις καταλήψεις για το δικαίωμα στην αδικαιολόγητη απουσία. Οι καταλήψεις έπρεπε να συνεχιστούν. Αλλά η επακόλουθη ψηφοφορία ήταν ντέρμπι.

Ψηφίστηκε η συνέχιση της κατάληψης.

Την επόμενη μέρα, στο σχολείο ήμασταν πάλι οι γνωστοί. Μας ήρθαν τα νέα για τη δολοφονία του Τεμπονέρα. Δε μας επηρέασε. Δε θα ξεχάσω όμως τη δημοσιογραφική αλητεία του Χρήστου Πασαλάρη, ο οποίος στη στήλη του, θεωρούσε πιθανό τον Τεμπονέρα να τον έχουν σκοτώσει οι ίδιοι οι καταληψίες.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου. Το ξέραμε πως θα γίνουν επεισόδια. Δεν πτοηθήκαμε. Κατεβήκαμε όπως πάντα στην πορεία.

Πρώτη στάση στο Σύνταγμα. Κάπου εκεί έρχονται τα νέα πως παραιτήθηκε ο Κοντογιαννόπουλος κι αναλαμβάνει ο Σουφλιάς. Φωνάζουμε ένα νέο σύνθημα. «Σουφλιά! Σουφλιά! Άκουσε καλά! Δε γίνεται παιδεία με βουλωμένα αυτιά».

Το πρόγραμμα της διαδήλωσης έλεγε πως στη συνέχεια θα πηγαίναμε στην πλατεία Ομονοίας και θα κάναμε κατάληψη της πλατείας. Φτάσαμε. Σταθήκαμε. Κι εκεί, μην έχοντας τι να κάνουμε, ξαπλώσαμε στο οδόστρωμα, εκεί, στη συμβολή της Ομόνοιας με τη Σταδίου. Ένα κουβάρι παιδιά, ο ένας ξαπλωμένος πάνω στον άλλον, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βουΐζουν τα αυτοκίνητα. Μια στιγμή που θα την κρατήσω στη μνήμη μου, ως την τελευταία στιγμή της αθωότητας.

Κάποια στιγμή είχα απομακρυνθεί, νομίζω πως είχα πάει να βρω φίλους από κάποιο άλλο σχολείο. Και τότε, βλέπω κόσμο να έρχεται περπατώντας γρήγορα προς το μέρος μου. Και ξαφνικά, μια ενόχληση στα μάτια κι ένα έντονο γαργαλητό στα βλέφαρα που σε έκανε να θες να τρίψεις τα μάτια σου.

Το πρώτο δακρυγόνο.

Κοίταξα γύρω μου. Το σκηνικό είχε αλλάξει μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Στην πλατεία, κάποια παιδιά, μερικά του γυμνασίου, να φοράνε μάσκες, κι ένας να κρατάει ένα ξύλινο κοντάρι, σαν σκουπόξυλο.

Δεν είχα δει καμμία αφορμή για να μας την πέσουν τα ΜΑΤ.

Κάτσαμε στην Ομόνοια όσο μπορούσαμε περισσότερο. Μέχρι που η κατάσταση έγινε αφόρητη από τα δακρυγόνα. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο.

Κίνησα με τα πόδια. Κάπου στην Αλεξάνδρας, βρήκα ένα λεωφορείο και μπήκα μέσα. Ένας γέρος, ρωτούσε τι είχε γίνει. Του απάντησα λιγόλογα κι αυτός άρχισε το παραλήρημα. «Να φύγετε, να πάτε στη Ρωσία, κομμούνια!» μου έλεγε. Εγώ δεν καταλάβαινα. «Τι σχέση έχει ο κομμουνισμός;» των ρώταγα. Οι άλλοι επιβάτες του λεωφορείου με κοιτούσαν με συμπάθεια και μου κάνανε νόημα να σταματήσω γιατί ο γέρος δεν καταλάβαινε. Έπαψα να δίνω σημασία.

Έφτασα σπίτι. Ο πατέρας μου με είδε και μου έβαλε τις φωνές «Και τι κατάλαβες που κατέβηκες;» με ρώταγε, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει την ανακούφισή του που είχα επιστρέψει σπίτι σώος και αβλαβής.

Αυτό ήταν το αποκορύφωμα των καταλήψεων εκείνων. Ακολούθησαν κάποιες πορείες στις οποίες δεν κατέβηκα. Ένοιωθα πως ό,τι είχαμε να κάνουμε, το είχαμε κάνει. Γύρω στη μια βδομάδα μετά, η γενική συνέλευση ψήφισε τη λήξη των καταλήψεων κι εγώ έπεφτα στο κρεββάτι με μια πνευμονία την οποία τσίμπησα κάποιο κρύο βράδυ στο σχολείο την οποία ακόμα τη σκέφτομαι με ένα κρυφό καμάρι, σαν τραυματίας πολέμου.

Ας μην επεκταθώ στα μεθεόρτια.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά, και με όσα συμβαίνουν γύρω, νοιώθω σαν να ξαναζώ τα γεγονότα εκείνων των ημερών.

Θα ήθελα όλοι όσοι ήμασταν εκεί, τη μέρα εκείνη, να είχαμε δώσει ένα ραντεβού, στο ίδιο σημείο. Όχι για να κάνουμε πορεία, όχι για κάποια διαμαρτυρία, αλλά έτσι.

Για να δείξουμε πως θυμόμαστε…

This entry was posted in Μεμονωμένα - Ανεξάρτητα and tagged , . Bookmark the permalink.

2 Responses to 20 χρόνια πριν, ακριβώς

  1. Πασιφάη says:

    Αγαπητέ μου Λυκ,με το παραπάνω γραπτό,μου ήρθαν στο μυαλό όλες οι αντιξοότητες που περάσαμε σαν παιδιά τότε,την ταραγμένη εκείνη περίοδο.Εμείς θυμάμαι τουρτουρίζαμε απο το κρύο μέσα στο σχολείο και κάποιοι γονείς, μας έφερναν κουβέρτες να τυλιχτούμε,καφέδες ζεστούς και τρόφιμα.Δεν το κουνάγαμε ρούπι και θυμάμαι ανεβαίναμε στις πάνω αίθουσες και κοιτούσαμε απο τα παράθυρα μην τυχόν και εισβάλλουν απο τα κάγκελα του σχολείου Μακίτες.Υπήρχαν μονίμως 5-6 άτομα πάνω,τα οποία άλλαζαν με βάρδιες.Πολλές βραδυές δε,μας την έπεσαν και έγιναν άγριες συμπλοκές.
    Θυμάμαι επίσης ότι ήμουν σε φάση ανάρρωσης απο ανεμοβλογιά..Φαντάσου ότι καλά καλά δεν είχα συνέλθει και έτρεχα σχολείο με τα σπυριά,με φόβο να ξανακυλήσω,με πυρετούς και όλα τα παρελκόμενα.Κι ο δικός μου πατέρας γκάριζε διαρκώς,αλλά εγώ δεν τον άκουγα.Ερχόταν όπως και άλλοι γονείς,έξω απο το σχολείο,για να διαπιστώσει αν είμαι εντάξει και έφευγε,αφού πρώτα μου έριχνε μια άγρια ματιά..
    Όπως και να’χει,συμφωνώ μαζί σου.Ναι,η μνήμη σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντική.Να θυμόμαστε γιατί αγωνιστήκαμε,γιατί παλέψαμε.Για να μπορούν σήμερα τα παιδιά μας να ατενίζουν με ελπίδα το μέλλον τους και να μάθουν να διεκδικούν.Όσο κι αν ακούγεται κλισέ,έτσι είναι.
    Ειλικρινά σε ευχαριστώ απο καρδιάς γι’αυτές τις θύμησες και για τον νοσταλγικό τρόπο που τις περιέγραψες.Με συγκίνησες πολύ..

    • Λυκόφρων says:

      Νά’σαι καλά Πασιφάη.

      Ειλικρινά, δεν ξέρω πως θα μπορούσε να ξεχάσουμε αυτά που ζήσαμε τότε, όσοι τα περάσαμε.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Notify me of followup comments via e-mail. You can also subscribe without commenting.