Σημειώσεις Ελληνικής Θεολογίας Ι – Εισαγωγή

Είναι κάποιες φορές που τυχαίνει να πέφτω σε κάποιον ο οποίος, όταν μαθαίνει για τις θρησκευτικές μου αντιλήψεις, εκδηλώνει ένα ενδιαφέρον να μάθει μερικά πράγματα παραπάνω. Κι η πρώτη του ερώτηση, είναι πάντα «και τι πιστεύετε;» Θεωρούμε άλλωστε, πως είναι η πιο φυσική ερώτηση που μπορεί να γίνει. Η ερώτηση αυτή όμως, είναι λάθος!

Για όποιον θέλει να προσεγγίσει την ελληνική θρησκεία λοιπόν, αυτό είναι το πρώτο σημαντικό πράγμα που πρέπει να κατανοήσει. Η ελληνική θρησκεία δεν είναι ένα πάγιο και σταθερό σύνολο αξιωμάτων γύρω από το θείο. Η ελληνική θρησκεία, δεν είναι επικεντρωμένη στο αίσθημα της πίστης, αλλά στην πρακτική. Κι είναι σημαντικό να το καταλάβει κανείς αυτό, ακριβώς επειδή στην εποχή μας φαίνεται τόσο περίεργο.

Υπάρχει μια ξεκάθαρη λογική πίσω από αυτή τη θέση: οι αγαθότερες ή βλαβερότερες ιδέες, από τη στιγμή που θα παραμείνουν σκέψεις, δεν μπορούν να επηρεάσουν κάτι, αν δε συνοδευτούν από τις αντίστοιχες πράξεις.

Μπορούμε επίσης να δούμε τη θέση αυτή από άποψη ιστορικής εξέλιξης: η ελληνική θρησκεία βασίζεται στην πρακτική, διότι, πολύ απλά, τα δόγματα, με την τρέχουσα έννοια, δεν έχουν παρουσιαστεί στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο εκείνη την εποχή. Σχεδόν όλες άλλωστε οι θρησκείες εκείνη την εποχή, δεν έχουν να κάνουν με την αποδοχή κάποιου είδους πίστης, αλλά με την πρακτική. Η ίδια η λέξη δόγμα, δεν έχει τη σημερινή έννοια, αλλά προέρχεται από το ρήμα «δοκώ» (=νομίζω) και, από την ίδια ρίζα, όταν μιλούν για κάποιο φιλόσοφο θα μιλήσουν για τις «Κύριες Δόξες» του, δηλαδή για τις κύριες θέσεις τις οποίες εκφράζει.

Το οποίο μας οδηγεί στην κοινωνική οπτική του φαινομένου: αυτό που σήμερα ονομάζουμε «ελληνική θρησκεία», αναδύθηκε στην πραγματικότητα ως μία συνεχής εξέλιξη συνηθειών, οι οποίες είναι κατά κανόνα πατρογονικές. Οι συνήθειες αυτές, φτάνουν να γίνουν θεσμοί οι οποίοι πιστοποιούν τη συμμετοχή των ατόμων στην κοινότητά τους. Και είναι αδύνατο να δούμε τις θρησκευτικές γιορτές έξω από αυτή τη διάσταση. Ο αρχαίος Αθηναίος, συμμετέχοντας στα Ανθεστήρια π.χ. επιβεβαιώνει την αθηναϊκότητά του. Αλλά όχι μόνο σε επίπεδο πόλης. Υπάρχουν γιορτές οι οποίες γίνονται στα πλαίσια της οικογένειας, του σογιού, της φυλής, ακόμα και της συντεχνίας. Οι τεχνίτες των Αθηνών, γιορτάζουν τον Ήφαιστο μόνοι τους. Το σόι του Θεμιστοκλή, τελεί δικά του μυστήρια σε ένα ιερό στη Φλύα (Χαλάνδρι) αποκλειστικά για τα μέλη του σογιού.

Μια τόσο κεντρική αντίληψη όμως, δε θα ήταν δυνατόν να περιορίζεται στα όρια της θρησκείας. Θα ήταν αδύνατον, άλλωστε, να στηριχτεί η οποιαδήποτε αντίληψη, αν δεν ήταν κομμάτι της γενικότερης αντίληψης της κοινωνίας. Είναι γενική αντίληψη λοιπόν για τους αρχαίους έλληνες, πως, αυτό που μετράει, είναι τα έργα και όχι τα λόγια. Αυτήν ακριβώς τη θέση δικαιώνει, παραδείγματος χάριν, ο Σωκράτης, όταν μένει στην Αθήνα για να πιει το κώνειο: αποδεικνύει πως, αυτά που δίδασκε, δεν ήταν λόγια του αέρα: επιβεβαιώνει το λόγο του, με τις πράξεις του.

Ας θυμηθούμε όμως κι ένα άλλο περιστατικό. Μας έχει παραδοθεί λοιπόν πως, όταν κάποιοι ζήτησαν από το Διογένη να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, λέγοντάς του πως όσοι μυηθούν θα βρίσκονται σε ξεχωριστή θέση στον Άδη, αυτός τους είπε: «Είναι γελοίο να βρίσκονται ο Αγησίλαος καί ο Επαμεινώνδας στα Τάρταρα καί κάποιοι τιποτένιοι, επειδή μυήθηκαν, να βρίσκονται στις Νήσους των Μακάρων». Οποιοσδήποτε αθεΐζων διαβάζει σήμερα το παραπάνω περιστατικό, επαινεί το Διογένη και οικτίρει τους καημένους τους θρησκόληπτους για αυτά που πιστεύανε. Μια προσεκτικότερη ματιά όμως στο περιστατικό, μας δείχνει πως ο Διογένης, στην πραγματικότητα, δε διαφοροποιείται σε τίποτε από τη γενικότερη αντίληψη της ελληνικής θρησκείας: όλοι κρίνονται από τις πράξεις τους και το έργο τους. Με μια ακόμα πιο προσεκτική ματιά, θα προσέξουμε πως ακόμα κι οι… θρησκόληπτοι της εποχής, δε ζητούν από το Διογένη να πιστέψει κάτι, αλλά να κάνει κάτι. Πιστεύουν μεν πως αυτό το κάτι που πρέπει να γίνει, θα παράγει κάποια μεταφυσικά αποτελέσματα. Αλλά, επιμένω, αυτό που επιζητούν, είναι η συμμετοχή, όχι η αποδοχή κάποιας πίστης.

Αυτός είναι ο λόγος που η αρχαία Ελληνική Θρησκεία δεν αναγνωρίζει δόγματα και ιερές γραφές: από τη στιγμή που συμμετέχεις στις γιορτές κι επιβεβαιώνεις έτσι πως ανήκεις στην πόλη, δεν απασχολεί κανέναν το τι πιστεύεις. Ακόμα κι ο «άθεος» Επίκουρος, άλλωστε, υποστήριζε την ενεργό συμμετοχή στις γιορτές.

Αν όμως η αρχαία Ελληνική Θρησκεία δεν έχει δόγματα, αυτό δε σημαίνει πως στερείται αντιλήψεων. Οι αντιλήψεις αυτές όμως, με τη σύγχρονη γλώσσα, θα ήταν πιο δόκιμο να τις χαρακτηρίσουμε με τον όρο «επικρατούσα ιδεολογία». Άλλωστε, εκφράζονται ακριβώς με αυτόν τον τρόπο: πρόκειται για μια σειρά από θέσεις οι οποίες θεωρούνται, λίγο-πολύ, αυτονόητες. Κατά καιρούς εμφανίζονται ρεύματα τα οποία παρεκκλίνουν από αυτό το σύνολο ή αμφισβητούν κάποιες από αυτές τις θέσεις. Αλλά, κατά κανόνα, δεν αμφισβητούν το σύνολο.

Η ανίχνευση των κεντρικών θέσεων της Ελληνικής Θρησκείας λοιπόν, είναι ένα δύσκολο έργο, το οποίο έχει να κάνει με την ανίχνευση αυτών των θέσεων οι οποίες δε δηλώνονται ποτέ, ούτε έχουν ποτέ καταγραφεί σε κάποιου είδους ιερό βιβλίου. Απλώς θεωρούνται δεδομένες, πολύ απλά διότι έχουν καθολική αποδοχή. Άλλωστε, σε αυτό το κείμενο, μόλις γνωριστήκαμε με μια πρώτη τέτοια θέση: πως η πράξη, έχει μεγαλύτερη σημασία από την πίστη.

This entry was posted in Ελληνική Θρησκεία and tagged . Bookmark the permalink.

4 Responses to Σημειώσεις Ελληνικής Θεολογίας Ι – Εισαγωγή

  1. Ιπποδάμεια says:

    Πάρα πολύ ωραία! Εύγε. Πότε με το καλό το μέρος ΙΙ;

    • Λυκόφρων says:

      Ευχαριστώ!

      Ο στόχος είναι ένα άρθρο την εβδομάδα. Είθε να τα καταφέρω.

  2. abravanel says:

    Ερωτήσεις τώρα ή μαζεμένες στο τέλος ; Καλή συνέχεια.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Notify me of followup comments via e-mail. You can also subscribe without commenting.