Παραλήρημα καλοκαιρινής νυκτός

Στάση πρώτη

Το καλοκαίρι είναι στ’ αλήθεια η πιο ανυπόφορη εποχή. Όχι από πλευράς ζέστης και τέτοια, όχι. Αλλά να, είναι που, με το που μπαίνει, πάντα, μα πάντα, μού’ρχεται στο μυαλό η ίδια σκέψη. Πως έπρεπε να υπάρχει ένας νόμος ο οποίος να στέλνει σε υποχρεωτική άδεια τους πάντες στην Ελλάδα, από Μάιο ως Σεπτέμβριο. Διότι, όου γιες, αυτή είναι η σκληράδα του καλοκαιριού. Που σε κοιτάζει στα μάτια και σου λέει πόσο μάταια είναι να πασχίζεις τέτοιες μέρες, πως αυτή είναι η εποχή να την αράξεις σε μια παραλία και να δροσίζεσαι με ένα καρπούζι χαζεύοντας τις ομορφιές γύρω σου. Αλλά, φευ! Καθημερινά, για Σαμοθράκη, Κάλυμνο, Κύθηρα και Κρήτη αναχωρούν πάντα περήφανα τα πλοία κι εμείς, σκυφτοί, σ’ ένα κομπιούτερ βλέπουμε χοντρά λογιστικά φύλλα. Αυτή είναι η κατάντια του ανθρώπινου είδους.

Στάση δεύτερη

Οι διακοπές έχουν για πολλούς μια επίδραση σαν reboot. Απομακρυσμένοι από internet, τηλεόραση, δουλειά και γενικότερα κάθε είδους θόρυβο της καθημερινότητας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας. Και τότε ξανανακαλύπτουμε κάποια όνειρα, λίγο τολμηρά, αλλά όχι πολύ, γι’ αυτό που θέλαμε να γίνουμε από μικροί. Αυτή τη χρονιά θα γράψω επιτέλους το μυθιστόρημά μου. Θ’ ανέβω στη σκηνή να παίξω ροκ. Θα ξεκινήσω Κουνγκ-Φου. Θα πάω να καλλιεργήσω το χτηματάκι που μου άφησε ο παππούς μου. Κάτι. Καθένας με την τρέλα του.

Φτάνουν μόλις πέντε μέρες από την επιστροφή σου στην Αθήνα για να τα ξεχάσεις όλα. Και να πέσεις και πάλι στα ίδια.

Στάση τρίτη

Είναι απίστευτο πόσους τρόπους βρίσκει η καθημερινότητα να σε τραβήξει προς τα κάτω. Τον τελευταίο μήνα, χάρηκα τρεις πραγματικά ανεβαστικές στιγμές: τις μοναδικές στιγμές στα Προμήθεια· τη συναυλία του Roger Waters· και το επικό φινάλε του Harry Potter (οκ, δε συγκρίνεται με τα δύο προηγούμενα, αλλά το φχαριστήθηκα). Την επόμενη μέρα, κάτι διάβασα στην μπλογκόσφαιρα και συφυλιάστηκα αμέσως. Έτοιμος ήμουν να πιάσω το πληκτρολόγιο και να γράψω ένα λίβελο τρισάθλιο, μέχρι που το συνειδητοποίησα: τόσες αφορμές για να γράψω για κάτι καλύτερο, κι όμως, αυτό που με ωθούσε στο πληκτρολόγιο ήταν η αθλιότητα ενός σκατόγερου. Τόσο εύκολα υπερισχύει η αθλιότητα.

Στάση τέταρτη

Και κάθομαι στο μπαλκόνι και κάθομαι και χαζεύω τη μαμά γάτα της γειτονιάς. Η οποία παίζει με τα δυο γατάκια της. Οι γάτες δεν έχουν νοημοσύνη. Αυτή η γάτα όμως, έχει οικογένεια. Και τη χαίρεται. Και μου φαίνεται σοφή.

Συμπέρασμα

Είναι καλοκαίρι. Θέλω να κοιτάξω ψηλά. Ψηλά και πέρα. Αφήστε με να το κάνω επιτέλους. Δε θέλω να με απασχολούν ούτε μνημόνια, ούτε μεσοπρόθεσμα, ούτε μακελειά. Θέλω για λίγο να πάψει να με αναλώνει η κατάντια του ανθρώπινου γένους. Θέλω να πετάξω, μπας και συναντήσω έστω και για μια στιγμή αυτό που μας κάνει καλύτερους. Πάνω, ψηλά και πέρα!

This entry was posted in Μεμονωμένα - Ανεξάρτητα and tagged , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Παραλήρημα καλοκαιρινής νυκτός

  1. Αγησίας says:

    ΄Καλή πτήση, αλλά προσοχή στην προσγείωση!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Notify me of followup comments via e-mail. You can also subscribe without commenting.