Echoes – Pink Floyd

Το κείμενο που ακολουθεί, το ανέσυρα από το παρελθόν. Το έγραψα την εποχή που συμμετείχα σε ένα yahoo group για τους Pink Floyd και είναι η διήγηση μιας ιστορίας (ας την πούμε) που φτιάχτηκε στο μυαλό μου ακούγοντας το αγαπημένο Echoes των Pink Floyd, στη στουντιακή του εκδοχή. Δεδομένου πως απευθυνόταν σε αγγλόφωνους,  είναι γραμμένο στα αγγλικά και αναδημοσιεύεται όπως γράφτηκε τότε, χωρίς διορθώσεις.

Το κείμενο αυτό αναρτάται στη μνήμη του κιμπορντίστα του συγκροτήματος, του Richard Wright ο οποίος, αν ζούσε σήμερα, θα είχε γενέθλια.

Echoes – A narration of the song (Studio version)

A ping. Then another one. Little by little, the soundscape is filled with strange, dissociated sounds without meaning nor organization.

And, suddenly, Dave’s guitar plays just a single sliding. And suddenly, the meaning of all these little strange sounds is revealed to you. They were organized since the beginning, but it’s only now that you get it. A serene moment follows where Echoes main theme is developing, presenting itself. Broken by Nick’s drum invasion the theme ends with a meditation.

Meditation is a keyword in Echoes. The melody is meditating, the instruments are meditating, the music itself is meditating, as if they had life of their own. And then, it’s like each one is playing independently, on his own. Yet they all together play in harmony, being part of a mystical communion. Meditation and communion of music are to be repeated in “Dark Side of the Moon” and “Wish you were here”.

It’s like that that Echoes main them is exposed a second time immediately after the first exposition, but now it’s different. This process of thinking over itself has altered it.

Voice is the new addition to the theme that has know reached a sufficient maturity. It is repeated but it’s after the lyrics’ end we can see the change. The drums and the bass “attack”, while the organ and the guitar agoniously try to keep on. Bass and drums recess to give the guitar the opportunity to comment over Echoes theme. Dave’s guitar is actually singing while feelings are escalating from a melancholic thought to pain and then agony: bass and drums are attacking again. The “phantom of the opera theme”, with its downward melody is relentless and definitive. The guitar is struggling to overcome it and to keep is agonizing song going.

The struggle is interrupted. The band is now playing jazz. Again, each one plays his own melody, narrating his own story, living his own life. They hear like isolated, but are they?

As the jazz music is fading out, the soundscape changes to a desert. The wind blows, as the creatures are crying out to the god (to the Sun maybe?) as they struggle for survival.

Is it that vital forces have won and begin to breed life or we are getting out of the desert soundscape to get back to a fertile place? We can only say that little by little, the vital forces are taking up the instruments, and music is raising up: simple motifs and musical schemes is all we hear. We are witnessing the birth of Echoes theme as it grows up from its embryonic form. Escalation to the maximum peak takes place as the moment of the birth arrives. The main theme is back. Were we back in time where it all began or was it destroyed to be built up again?

The relentless bass is coming back again. Now it’s the organ that resists its omnipotence but not for long. As the battle that began in the first part is raging, music is going higher, and higher, and higher until it reaches a peak where things can not go further anymore. And it explodes.

Everything has finished. The soundscape has changed again along with our perspective: all this time we’ve been in a trip on a music land and now we are going away. Our trip has ended, everything is over, only memories remain. The guitar and the organ talk to each other gently over their memories, bass and drums sustaining. The sound of a plane is marking our departure as the memories are fading away….

Posted in Pink Floyd | Tagged , | Leave a comment

Παραλήρημα καλοκαιρινής νυκτός

Στάση πρώτη

Το καλοκαίρι είναι στ’ αλήθεια η πιο ανυπόφορη εποχή. Όχι από πλευράς ζέστης και τέτοια, όχι. Αλλά να, είναι που, με το που μπαίνει, πάντα, μα πάντα, μού’ρχεται στο μυαλό η ίδια σκέψη. Πως έπρεπε να υπάρχει ένας νόμος ο οποίος να στέλνει σε υποχρεωτική άδεια τους πάντες στην Ελλάδα, από Μάιο ως Σεπτέμβριο. Διότι, όου γιες, αυτή είναι η σκληράδα του καλοκαιριού. Που σε κοιτάζει στα μάτια και σου λέει πόσο μάταια είναι να πασχίζεις τέτοιες μέρες, πως αυτή είναι η εποχή να την αράξεις σε μια παραλία και να δροσίζεσαι με ένα καρπούζι χαζεύοντας τις ομορφιές γύρω σου. Αλλά, φευ! Καθημερινά, για Σαμοθράκη, Κάλυμνο, Κύθηρα και Κρήτη αναχωρούν πάντα περήφανα τα πλοία κι εμείς, σκυφτοί, σ’ ένα κομπιούτερ βλέπουμε χοντρά λογιστικά φύλλα. Αυτή είναι η κατάντια του ανθρώπινου είδους.

Στάση δεύτερη

Οι διακοπές έχουν για πολλούς μια επίδραση σαν reboot. Απομακρυσμένοι από internet, τηλεόραση, δουλειά και γενικότερα κάθε είδους θόρυβο της καθημερινότητας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας. Και τότε ξανανακαλύπτουμε κάποια όνειρα, λίγο τολμηρά, αλλά όχι πολύ, γι’ αυτό που θέλαμε να γίνουμε από μικροί. Αυτή τη χρονιά θα γράψω επιτέλους το μυθιστόρημά μου. Θ’ ανέβω στη σκηνή να παίξω ροκ. Θα ξεκινήσω Κουνγκ-Φου. Θα πάω να καλλιεργήσω το χτηματάκι που μου άφησε ο παππούς μου. Κάτι. Καθένας με την τρέλα του.

Φτάνουν μόλις πέντε μέρες από την επιστροφή σου στην Αθήνα για να τα ξεχάσεις όλα. Και να πέσεις και πάλι στα ίδια.

Στάση τρίτη

Είναι απίστευτο πόσους τρόπους βρίσκει η καθημερινότητα να σε τραβήξει προς τα κάτω. Τον τελευταίο μήνα, χάρηκα τρεις πραγματικά ανεβαστικές στιγμές: τις μοναδικές στιγμές στα Προμήθεια· τη συναυλία του Roger Waters· και το επικό φινάλε του Harry Potter (οκ, δε συγκρίνεται με τα δύο προηγούμενα, αλλά το φχαριστήθηκα). Την επόμενη μέρα, κάτι διάβασα στην μπλογκόσφαιρα και συφυλιάστηκα αμέσως. Έτοιμος ήμουν να πιάσω το πληκτρολόγιο και να γράψω ένα λίβελο τρισάθλιο, μέχρι που το συνειδητοποίησα: τόσες αφορμές για να γράψω για κάτι καλύτερο, κι όμως, αυτό που με ωθούσε στο πληκτρολόγιο ήταν η αθλιότητα ενός σκατόγερου. Τόσο εύκολα υπερισχύει η αθλιότητα.

Στάση τέταρτη

Και κάθομαι στο μπαλκόνι και κάθομαι και χαζεύω τη μαμά γάτα της γειτονιάς. Η οποία παίζει με τα δυο γατάκια της. Οι γάτες δεν έχουν νοημοσύνη. Αυτή η γάτα όμως, έχει οικογένεια. Και τη χαίρεται. Και μου φαίνεται σοφή.

Συμπέρασμα

Είναι καλοκαίρι. Θέλω να κοιτάξω ψηλά. Ψηλά και πέρα. Αφήστε με να το κάνω επιτέλους. Δε θέλω να με απασχολούν ούτε μνημόνια, ούτε μεσοπρόθεσμα, ούτε μακελειά. Θέλω για λίγο να πάψει να με αναλώνει η κατάντια του ανθρώπινου γένους. Θέλω να πετάξω, μπας και συναντήσω έστω και για μια στιγμή αυτό που μας κάνει καλύτερους. Πάνω, ψηλά και πέρα!

Posted in Μεμονωμένα - Ανεξάρτητα | Tagged , , | 2 Comments

Με αφορμή την απόρριψη της παραπομπής

Την πρόταση των 108 βουλευτών του ΠΑΣΟΚ για συγκρότηση γνωμοδοτικού συμβουλίου για τους πρώην υπουργούς της ΝΔ Γιώργο Αλογοσκούφη και Χρήστο Μαρκογιαννάκη απέρριψε η ολομέλεια της Βουλής με μυστική ψηφοφορία.

Πηγή: tvxs

Απορρίφθηκε λοιπόν η πρόταση για δημιουργία γνωμοδοτικής επιτροπής η οποία θα αποφαινόταν αν θα παραπεμφθούν σε προανακριτική επιτροπή.

Η υποκρισία δεν έχει όρια. Μπορούμε να κάτσουμε να βρίζουμε με τις ώρες τους πολιτικούς, να τους μουτζώνουμε, να τους καταριόμαστε και άλλα πολλά, χωρίς κανένα απολύτως πρακτικό αντίκρυσμα.

Από τη στιγμή που υποτίθεται πως ανήκουμε σε ένα χώρο ο οποίος διαπνέεται από άλλες, ανώτερες αξίες, θα ήταν πιο χρήσιμο για μας να αρχίσουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας.

Ναι, οι βουλευτές συμπεριφέρθηκαν ως συντεχνία. Ωραία. Εμείς όμως τι κάνουμε;

Στα πολλά χρόνια που είμαι στο χώρο, έχω δει διάφορα κακώς κείμενα να συμβαίνουν. Και όπως τα έχω δει εγώ, τα έχουν δει πάρα πολλοί. Δεν έχω κάνει ποτέ κουβέντα για αυτά, όπως κανείς μας δεν έχει κάνει κουβέντα. Διότι όλοι μας, ακολουθούμε τη λογική “τα εν οίκω, μη εν δήμω”. Ναι, οι εχθροί καραδοκούν παντού, πολλοί ψάχνουν αφορμή για να μας κάνουν ρεζίλι και άλλα τέτοια πολλά.

Τελευταία την ξανασκέφτομαι αυτή τη λογική, εκ θεμελίων. Κάνουμε καλά, στ’ αλήθεια, να ακολουθούμε αυτόν το μπούσουλα συμπεριφοράς;

Ε, λοιπόν, φαίνεται πως το μόνο που έχουμε καταφέρει, είναι να αναπαράγουμε τις ίδιες συντεχνιακές λογικές που καταγγέλλουμε. Τα κακώς κείμενα συνεχίζονται, οι αυτουργοί τους συνεχίζουν κι αυτοί ανενόχλητοι την πορεία τους κι αναπτύσσεται ο χώρος που μπορεί να φιλοξενήσει την αρρώστια. Αυτήν ακριβώς την αρρώστια που καταγγέλλουμε.

Ναι, χωρίς αμφιβολία, κατά καιρούς, έχουν βγει διάφορα στην επιφάνεια. Τρίχες κατσαρές. Τα μόνα πράγματα που έχουν βγει στη φόρα, τα έχουν βγάλει επίδοξοι χαλίφηδες του χώρου, οι οποίοι, προκειμένου να ανέβουν, δε διστάζουν να επιτεθούν στα άτομα εκείνα τα οποία πάνε να ξεχωρίσουν από το σωρό, αλλά είναι ακόμα πολύ αδύναμα για να αντέξουν μια κακοήθη επίθεση από τέτοια άτομα. Ο χώρος μας έχει χάσει τα τελευταία δέκα χρόνια πολλά αξιόλογα άτομα από αυτήν ακριβώς την ελληνοπρεπέστατη συνήθεια.

Όχι, εγώ δεν πρόκειται να πω τίποτα. Δεν είναι δική μου δουλειά να το κάνω στην τελική. Από αυτούς όμως που θα διαβάσουν τούτο το κείμενο, πολλοί έχουν δει και ξέρουν πράγματα πολύ περισσότερα από μένα.

Ας το σκεφτούν. Η χώρα πλησιάζει στο σταυροδρόμι. Μαζί της κι ο καθένας μας.

Posted in Ελληνοκεντρικός χώρος | Leave a comment

The flood model – project management α λα ελληνικά

Θα έχετε υποψιαστεί, δίχως άλλο, πως, τα προγράμματα που τρέχετε στους υπολογιστές σας, απαιτούν όγκο δουλειάς τόσο μεγάλο, ώστε να χρειάζεται μια κάποια οργάνωση. Σήμερα, θα ήθελα να αναπτύξω το ελληνικό μοντέλο οργάνωσης της δουλειάς αυτής, παρουσιάζοντας, για πρώτη φορά στα χρονικά, το ελληνικό μοντέλο project management στα έργα πληροφορικής, με όσο πιο απλά λόγια γίνεται.

Ο καταρράκτης (waterfall model)

Επειδή λοιπόν πολλοί από τους αναγνώστες δεν είναι εξοικειωμένοι, θα ξεκινήσουμε περιγράφοντας το πιο διαδεδομένο μοντέλο ανάπτυξης λογισμικού: τον περίφημο καταρράκτη (waterfall model).

Το μοντέλο του Καταρράκτη

Το μοντέλο του Καταρράκτη (κλικ για μεγέθυνση)

Η εικόνα, είναι αρκετά επεξηγηματική από μόνη της: ο πελάτης, αντιλαμβάνεται κάποιες ανάγκες. Αφού τις περιγράψει επαρκώς, καταλήγει σε κάποιες προδιαγραφές για το προϊόν το οποίο θέλει να αποκτήσει. Αυτές, τις παραδίδει στην εταιρεία λογισμικού, η οποία προχωρά στην ανάλυση, μια διαδικασία η οποία ορίζει με μεγάλη λεπτομέρεια το πως πρέπει να γραφτεί το πρόγραμμα, το τι θα γραφτεί για το πρόγραμμα, το που, το γιατί κ.ο.κ. Μετά από μια εμπεριστατωμένη ανάλυση, η ανάπτυξη του προγράμματος, η συγγραφή του κώδικα δηλαδή, είναι μια απλή διεκπεραίωση: απλώς υλοποιείται αυτό που περιγράφει η ανάλυση. Κατόπιν, το πρόγραμμα πιστοποιείται με δοκιμές οι οποίες έχουν γίνει πάνω σε σενάρια τα οποία έχουν προκαθοριστεί από το διευθυντή σε συνεργασία με τον πελάτη, το έργο παραδίδεται με διαδικασία εγκατάστασης και τεκμηρίωση και ακολουθεί η φάση της συντήρησης, όπου διορθώνονται τυχόν λαθάκια τα οποία τυχόν ξέφυγαν.

Σημειώνεται πως, κάθε διαδικασία επαληθεύεται από την προηγούμενη και την επόμενή της. Αν κάπου, ας πούμε, σκοντάψει η ανάλυση, αυτό συμβαίνει διότι υπάρχει κάποιο κενό στις προδιαγραφές. Συμπληρώνονται λοιπόν οι προδιαγραφές και η ανάλυση προχωράει. Αντίστοιχα, οι δοκιμές επικυρώνουν την ανάπτυξη κ.ο.κ.

Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο καταρράκτης (αν εξαιρέσεις τις διαφορετικές εκδοχές του στη διεθνή βιβλιογραφία και κάποια σημεία στα οποία έκλεψα για να μου βγει το ποστ). Ένα λειτουργικό μοντέλο, σίγουρα όχι τέλειο, ούτε το πιο μοντέρνο. Αλλά είναι αυτό το οποίο διδάσκεται στα πανεπιστήμια και το οποίο γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν σπουδάσει πληροφορική.

Η πλημμύρα (Flood model)

Στη χώρα μας, η κοινότητα της πληροφορικής κατάφερε να εξελίξει και να τελειοποιήσει τον καταρράκτη, αναπτύσσοντας το μοντέλο το οποίο από σήμερα ονοματίζω “πλημμύρα” και το οποίο μπορούμε να το συνοψίσουμε στο παρακάτω διάγραμμα:

Το μοντέλο της πλημμύρας

Το μοντέλο της πλημμύρας (κλικ για μεγέθυνση)

Αναλυτικότερα:

Ανάγκες:

Όπως και στον καταρράκτη, τα πάντα ξεκινάνε από τις ανάγκες του πελάτη, οι οποίες φαίνονται συνήθως να είναι μία ή περισσότερες από τις εξής:

  • Τρέχει κάποιο ευρωπαϊκό πρόγραμμα για πληροφορική στις επιχειρήσεις και πρέπει να βρεθεί τρόπος να πάρει την επιδότηση η επιχείρηση
  • Αν πρόκειται για ΔΕΚΟ, κάποιος θέλει να πάρει προαγωγή και να δείξει πως κάνει έργο
  • Το πρότεινε ένας φίλος του μπατζανάκη ο οποίος “ξέρει”
  • Το έχει κάνει και το διπλανό – ανταγωνιστικό – κατάστημα
Στην πραγματικότητα, η ανεύρεση των αναγκών είναι μια πιο περίπλοκη και, τολμώ να πω εσωτερική διαδικασία· ο πελάτης συνειδητοποιεί βαθμηδόν τις ανάγκες του, όσο προχωρά το έργο. Τις λεπτομέρειες της διαδικασίας αυτής δεν είναι δυνατόν να τις αναπτύξω στο παρόν άρθρο μια και θα είναι το αντικείμενο του προσεχούς βιβλίου μου “Έργα πληροφορικής: ο δρόμος του πελάτη προς την Αυτογνωσία” για το οποίο έχω κατωχυρώσει τον τίτλο.

Προδιαγραφές

Το έργο βρίσκεται ακόμα σε πρώιμη φάση. Το ίδιο κι οι προδιαγραφές. Σε αυτή τη φάση, μοιάζουν κάπως σαν “από πάνω σαν τηγάνι, από κάτω σα βαμβάκι κι από πίσω σαν ψαλίδι”. Ή, “ψηλός ψηλός καλόγερος και πίτα η κεφαλή του”. Ή, ακόμα χειρότερα, “ανοίγει ο μαλλιαρός και μπαίνει ο κορδωτός”. Κι έτσι όμως, είναι ένα κάποιο σημείο αφετηρίας.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των προδιαγραφών, είναι ο πλούτος τους. Αν, π.χ. ο πελάτης είναι στέλεχος της ΔΕΚΟ, θα περιλαμβάνουν ο,τιδήποτε αυτός νομίζει πως μπορεί να θέλει να έχει ως πληροφόρηση ο οργανισμός διευθυντής του. Αν ο πελάτης είναι ο επιχειρηματίας που θέλει να φάει αξιοποιήσει την επιδότηση, είναι κάπως διαφορετικό: ας πούμε πως η επιδότηση είναι για ξυριστικές μηχανές. Αυτό όμως που πραγματικά θέλει να πάρει ο επιχειρηματίας, είναι μια εσπρεσσιέρα. Οι προδιαγραφές λοιπόν, θα περιγράφουν μια ξυριστική μηχανή (2 σελίδες copy-paste από το κείμενο της προκήρυξης της επιδότησης) η οποία, παρεμπιπτόντως, φτιάχνει κι εσπρέσσο (30 σελίδες).

Ανάλυση

Σειρά, κανονικά, έχει η ανάλυση, για την οποία πάντα έχει προβλεφθεί χρόνος στην προσφορά που έχει γίνει. Στην πράξη όμως, κι επειδή:

  • Το έργο έχει πολύ “σφιχτές” προθεσμίες
  • Η προσφορά ήταν εξωφρενικά χαμηλή και γι’ αυτό πρέπει να τελειώνουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται
  • Η εταιρεία δε διαθέτει αναλυτές
  • Ο project manager δεν έχει χρόνο διότι ασχολείται με άλλα έργα
  • Όλα τα παραπάνω μαζί (το πιο σύνηθες)
… η φάση αυτή παραλείπεται για να περάσουμε στα πιο ενδιαφέροντα πράγματα

Ανάπτυξη – Φάση πρώτη

Στην πρώτη φάση ανάπτυξης, οι προγραμματιστές αρχίζουν και γράφουν ενθουσιωδώς κώδικα, ο καθένας όπως ξέρει κι όπως νομίζει, απευθείας από τις προδιαγραφές που έχει θέσει ο πελάτης. Αν τυχόν υπάρχει κάποιο κενό σε αυτές, κάθε απορία λύνεται με ένα απλό τηλεφώνημα. Πρόκειται για την πιο απλή και πιο γρήγορη διαδικασία που υπάρχει σήμερα, παγκοσμίως.

Ανάπτυξη – Φάση δεύτερη

Το σημείο μετάβασης στη δεύτερη φάση ανάπτυξης είναι πολύ καλά καθορισμένο: είναι η στιγμή που ο πελάτης, ξαφνικά και απροειδοποίητα, στέλνει τις αναθεωρημένες προδιαγραφές για το προϊόν. Η στιγμή αυτή, πάντα συμπίπτει με μαθηματική ακρίβεια με το χρόνο κατά τον οποίο οι προγραμματιστές έχουν καταφέρει να φτιάξουν ένα πρώτο, υποτυπωδώς λειτουργικό, πρωτότυπο της εφαρμογής.

Η αναθεώρηση ζητά πάντα σημαντικές αλλαγές. Αν, ας πούμε, οι αρχικές προδιαγραφές, περιέγραφαν μια καρέκλα, οι αναθεωρημένες προδιαγραφές, θα ζητάνε ένα τραπέζι. Οι προγραμματιστές δεν μπορούν φυσικά να πετάξουν τα όσα έχουν φτιάξει, οπότε θα προσαρμόσουν τη δουλειά που έχουν ήδη κάνει, στα νέα δεδομένα: θα κάνουν την πλάτη της καρέκλας να πέφτει, θα μακρύνουν τα πόδια (προσθέτοντας κοντάρια τα οποία θα τα κολλήσουν με σελοτέηπ) και θα αυξήσουν την απόσταση ανάμεσα τους.

Τέτοιες μετατροπές φυσικά δεν μπορείς να τις κάνεις αν δεν έχεις τα σχέδια της καρέκλας. Η φάση της ανάλυσης όμως, όπως είδαμε παραπάνω, έχει παραλειφθεί. Γίνεται λοιπόν, επί τούτου, μια γρήγορη ανάλυση, περισσότερο για να θυμηθούν οι προγραμματιστές τι έχουν κάνει και μόνο για τα σημεία τα οποία θα αλλάξουν – αφού η προθεσμία παράδοσης ήδη πλησιάζει επικίνδυνα. Κάπου εκεί, προκύπτουν και ενδιαφέροντα στοιχεία για την καρέκλα, όπως το ότι το κάθε πόδι της καρέκλας έχει βιδωθεί με διαφορετικό τύπο βίδας κι ότι υπάρχουν δυο μοχλοί για να ρυθμίζεται το ύψος της.

Η φάση αυτή όμως δεν τελειώνει εδώ. Οι προδιαγραφές αναθεωρούνται ξανά, και ξανά. Η καρέκλα, αφού έχει γίνει τραπέζι, γίνεται κρεββάτι, εταζέρα, πολυέλαιος κι η διαδικασία συνεχίζει καθώς ο πελάτης βαδίζει το μοναχικό δρόμο της Αυτογνωσίας του.

Φάση ανάπτυξης – τρίτη φάση

Αναμφίβολα η πιο συναρπαστική. Ξεκινάει τη στιγμή που έχει λήξει η προθεσμία παράδοσης του έργου (σημ. δε γνωρίζω ελληνικό έργο πληροφορικής το οποίο να έχει παραδοθεί στην ώρα του). Κατά τη διάρκειά της, συμβαίνουν πολλά ενδιαφέροντα.

  • Ο project manager, μπαίνει δυναμικά και προσπαθεί να βάλει μια τάξη, κάνοντας για πρώτη φορά μια πιο πλήρη ανάλυση προσπαθώντας να βρει το τι έπρεπε να έχει γίνει το τι πράγματι έχει γίνει (κι έτσι, δε βρίσκει το χρόνο να κάνει ανάλυση στα νέα έργα που ξεκινάνε)
  • Το τι έχει γίνει, είναι τελείως αδύνατο να βρεθεί. Οι μισοί από τους προγραμματιστές που είχαν ξεκινήσει το έργο έχουν φύγει από την εταιρεία. Οι άλλοι μισοί, δεν μπορούν να καταλάβουν τον κώδικα των προηγούμενων. Οι αλλαγές που έχει ζητήσει ο πελάτης, δεν είναι πουθενά καταγεγραμμένες, αφού όλες οι συνεννοήσεις είχαν γίνει τηλεφωνικά.
  • Εν τω μεταξύ ο πελάτης συνεχίζει να αλλάζει τις προδιαγραφές.
Μοιάζει κάπως έτσι: καθώς όλοι τρέχουν πανικόβλητοι, ο πελάτης στέλνει μια “μικρή” αλλαγή: κάθε λάμπα στον πολυέλαιο (που ήταν εταζέρα, που ήταν κρεββάτι, που ήταν τραπέζι, που ήταν καρέκλα) πρέπει να ελέγχεται από δικό της, ξεχωριστό dimmer. Ψάχνοντας να ξεχωρίσουν την καλωδίωση των λαμπτήρων, ανακαλύπτουν πως τρεις λαμπτήρες είναι συνδεδεμένοι σε σειρά,  ένας λαμπτήρας τραβάει καλώδιο σε χωριστή πρίζα, ενώ άλλοι δύο είναι κολλημένοι με κολλητήρι, χωρίς ντουΐ. Βρίσκουν αυτόν που το έκανε κι αυτός θυμάται πως σε κάποιο τηλέφωνο ο πελάτης είχε πει πως οι λαμπτήρες θα είναι αποκλειστικά ηλεκτρονικοί και πως δε χρειάζεται να μπορούν να αλλάξουν, μια και, μέχρι να καούν θα έχει αλλαχτεί ο πολυέλαιος. Το θυμούνται και όλοι οι υπόλοιποι, αλλά μάταια: η απαίτηση αυτή δεν έχει καταγραφεί πουθενά.

Δοκιμές

Εντάξει, σοβαρά τώρα, τι δοκιμές μπορούν να γίνουν σε ένα σύστημα όπως το παραπάνω; Μόνο οι βασικές και υποτυπώδεις. Δουλεύει το τιμόνι; Ναι – ΟΚ. Ανάβουν τα φώτα; Ναι – ΟΚ. Δουλεύει το χειρόφρενο; Μάλλον – ΟΚ. Με ποια σειρά έχουν μπει οι ταχύτητες; Κανείς δε θυμάται, άρα ούτε κι ο πελάτης – ΟΚ.

Τις δοκιμές, βεβαίως, τις κάνει κι ο πελάτης, σε δικά του σενάρια. Κι αν κάποιο από αυτά αποτύχει, σέρνει τα εξ αμάξης. Και με την ευκαιρία, στέλνει και δυο-τρεις αλλαγές ακόμα. Θα πείτε πως φταίνε οι προγραμματιστές γιατί οι δοκιμές που έκαναν ήταν ελλειπείς. Ναι, εντάξει. Αλλά ποιος θα μπορούσε να προβλέψει πως, το σενάριο που δοκίμασε ο πελάτης ήταν να τραβήξει το χειρόφρενο, ανάβοντας ταυτόχρονα το air-condition καθώς τρέχει με 12ο χλμ. την ώρα έχοντας μέσα τρίτη; Και πως το πρόβλημα για το οποίο ωρύεται είναι πως όταν το κάνει αυτό ανοίγει απροειδοποίητα η πίσω δεξιά πόρτα;

Παράδοση

Η παράδοση αναλύεται σε δύο κυρίως πράγματα: την εγκατάσταση και την τεκμηρίωση.

Θα αφήσουμε την εγκατάσταση μια και είναι πολύ δύσκολο, ακόμα και με παράδειγμα, να περιγράψω το πόσο δύσκολο είναι να βρεις το τι πρέπει να εγκατασταθεί και τι όχι. Είναι ευκολότερο να βράσεις μαζί μακαρόνια Νο.6 και Νο.10 και μετά να προσπαθείς να τα ξεχωρίσεις.

Το ωραίο είναι η τεκμηρίωση, βλπ. συγγραφή του manual. Σε αυτό το σημείο, τα νεύρα των προγραμματιστών έχουν σπάσει προ πολλού, και κανείς δε θυμάται τι κάνει και τι έπρεπε να κάνει αυτό το πρόγραμμα. Ούτε ο πελάτης (μετά από τόσες αλλαγές που έχει ζητήσει). Αυτός είναι λοιπόν ο λόγος που τα manuals είναι γραμμένα στο μοτίβο «για να αποθηκεύσετε, πατήστε το κουμπί “αποθήκευση”».

Συντήρηση

Το έργο έχει παραδοθεί, ο πελάτης έχει στην κατοχή του ένα πρόγραμμα το οποίο δεν ήταν αυτό που είχε φανταστεί, υποψιάζεται πως δε λειτουργεί αλλά δεν μπορεί να το αποδείξει και μια απλή συντήρηση δεν μπορεί να κορέσει τη δίψα του για Αυτογνωσία.

Επομένως, συντήρηση δεν υπάρχει. Μόνο προσθήκη νέων χαρακτηριστικών, ή παραγγελία νέου προγράμματος, για να αντικαταστήσει το παλιό. Για να ξεκινήσει ο κύκλος από την αρχή.

Επίλογος

Όχι, τα παραπάνω δεν είναι υπερβολικά, τα έχω δει να συμβαίνουν.

Το παρόν ποστ, αφιερώνεται στους αφελείς που πιστεύουν πως ο ιδιωτικός τομέας κι οι νέες τεχνολογίες θα μας σώσουν.

Posted in Μεμονωμένα - Ανεξάρτητα | Tagged , , | 6 Comments

So ya thought ya might like to go to the show…

Somewhere outside Athens, in 1979, in a small record shop, a five-year-old boy who loves equally Rory Gallagher and the Bee Gees, is intrigued by a curious double album which sells like crazy and has sparked a kind of frenzy. As one of his favourite games is to record cassettes tapes, he keeps recording the album’s top hit on every tape. He might not speak english at the time and not understand the lyrics, but he feels that this is something quite important.

That boy would be me and, yes, that album would be no other than the legendary “The Wall” by Pink Floyd. And, aside from on these tapes – today sleeping quietly in a safe place – “Another brick in the Wall pt.II” has ever since been recorded into my very soul.

As the years went by, I grew to reject pop & rock music altogether, mainly because of what I still call “the dreadful 80s”. But I never rejected Pink Floyd. During those years of my rejection of pop & rock, I kept them in a special place, along with the other musical memories of my childhood.

No surprise then that, in the late 90s, when I re-discovered rock music, Pink Floyd was the starting point. And, how beautifully, wonderfully this music blew my away. And how inspiring were the lyrics which I could understand at that time. Especially the Wall, with its yin-yang culmination point, “Comfortably Numb”. It was that verse:

When I was a child I caught a fleeting glimpse

that took me back then, to ’79, that fleeting glimpse going back to a little child putting “The Wall” on the turntable and listening to it again and again.

I can’t explain, you would not understand

This whole soul-stirring, I must admit, grew to feelings of anger when I read the accounts of people who had actually seen “The Wall” live, telling the tale of the definitive rock show, encompassing not just music but also animation and theatre. How I envied those people! Why hadn’t I been born a couple of decades earlier, to be able to travel to London and experience this show myself? When I put that to my best friend (a devout Pink Floyd fan also) he had replied “my friend, we were there, somehow”. True, then, but not very satisfying.

Needless to say, when Roger Waters announced he would perform The Wall again, all these emotions woke up once more. I am not speaking figuratively, I even dreamt about Roger performing the Wall, in the Olympic Stadium, long before the concert was announced (and, in fact, in my dream, he was joined by David and Nick). So when, one day, Roger himself appeared in the news announcing the concerts in Athens, all I could do was walk around mumbling: “The Wall in Athens! The Wall in Athens!”

I won’t go through all the details, my mobile alert on the ticket sales’ opening day, my anguish till I had the tickets in my hands, etc.

The day came. And I was there. And my best friend too. The Mother, the Teacher, the Wife, the Pig… everybody! We were actually there. Shouting during Mother, putting on our masks during Empty Spaces, crossing our hands during In the Flesh reprise, and, yes, singing Comfortably Numb together with Roger.

No, I won’t, I can’t describe the show itself. It was beyond words. I’ll just state that, for whoever ever doubted that art alone can make our world a better place, I am not aware of any answer more definitive than this.

This one goes to you, Roger. You, who created a dream in a young boy’s heart and made that dream come true.  For this show was all I had ever dreamed about, and more. Paraphrasing your lyrics,  I would say to you that, when I was a child, I caught a fleeting glimpse out of the corner of my eye. Friday night, I turned to look and it was there.

Thank you Roger!

P.S. thanks to L.T. for editing the text.

Posted in Pink Floyd | Tagged , , , | Leave a comment

Σημειώσεις Ελληνικής Θεολογίας 3 – Οι πάντες θεολογούν

Σε αυτό το τρίτο μέρος, θα ήθελα να επικεντρωθώ σε μια πολύ σημαντική «λεπτομέρεια», η οποία αποδεικνύει αλλά και δικαιώνει τη θέση που αναπτύχθηκε στο προηγούμενο μέρος περί άμεσης επαφής με το θείο. Διότι μπορεί να επαναλαμβάνεται συνέχεια το ότι «η ελληνική θρησκεία δεν είχε ιερείς», προσπερνάται όμως μία σπουδαιότατη συνέπεια αυτής της αντίληψης: πως στην ελληνική θρησκεία, οι πάντες θεολογούν κι οι πάντες έχουν το δικαίωμα στην άποψη για το θείο.

Πραγματικά, κοιτάζοντας την ελληνική γραμματεία, θα πρέπει να μας εκπλήξει η απουσία… παπάδων συγγραφέων στα θεολογικά κείμενα: ο μόνος γνωστός συγγραφέας ο οποίος ήταν ιερέας, ήταν ο Πλούταρχος. Ο οποίος, μάλιστα, είναι γνωστός κυρίως ως βιογράφος – παρ’ ότι έχει γράψει και θεολογικά κείμενα. Φυσικά, μπορούμε να το πάρουμε κι αλλιώς. Αφού, όπως είπαμε στο προηγούμενο, όλοι ήταν ιερείς, τα πάντα είναι γραμμένα αποκλειστικά από… παπάδες!

Είτε έτσι, είτε αλλιώς, το corpus της ελληνικής μυθολογίας και θεολογίας, μας παραδίδεται από ποιητές,  φιλοσόφους και συνερανιστές.

Αν πάρουμε για παράδειγμα τους κορυφαίους επικούς ποιητές, τον Όμηρο και τον Ησίοδο, ο μεν Όμηρος ήταν κατ’ επάγγελμα ραψωδός,  όμως ο Ησίοδος ήταν ένας απλός βοσκός. Όπως γράφει ο ίδιος, οι μούσες τον εδίδασκαν όταν αυτός έβοσκε τα πρόβατα. Το αποτέλεσμα, είναι μια μαρτυρία για τους θεούς η οποία από τότε θεωρείται σημείο αναφοράς.

Τόσο ο Ησίοδος, όσο και ο Όμηρος, δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Πατάνε πάνω σε ένα γερό υπόστρωμα παράδοσης από μύθους οι οποίοι έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τα δημοτικά τραγούδια. Δεν ξέρουμε ποιος τους έγραψε πρώτος. Διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα, πιθανότατα κι από γιαγιάδες στα εγγόνια τους, δίπλα στη φωτιά του σπιτιού, την Εστία. Και μας σώζονται σε δύο, τρεις ή περισσότερες παραλλαγές. Σε κάθε περίπτωση, οι ιστορίες αυτές διυλίζονται, μέσα στο χρόνο, από το φίλτρο της παράδοσης.

Οι ποιητές διαγωνίζονται πάνω στη μυθολογία. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει διατυπωθεί η άποψη πως «ολόκληρη η αρχαία ελληνική ποίηση είναι θρησκευτική» (σημ. κι αυτό πρέπει να το έχω διαβάσει στον Burkert). Σε κάθε γιορτή της πόλης, οι ποιητές συναγωνίζονται στο ποιος θα διηγηθεί καλύτερα τις ιστορίες των θεών, κι αυτό είναι μια θετική επίδραση της θρησκείας στην ανάπτυξη της τέχνης στην αρχαία Ελλάδα την οποία θα πρέπει να αναγνωρίσουμε.

Μύθους γράφουν οι πάντες. Από τους βοσκούς μέχρι τους φιλοσόφους. Ο γνωστός μύθος του Ηρακλή μπροστά στο σταυροδρόμι της Αρετής και της Κακίας, συντέθηκε από το σοφιστή Πρόδικο τον Κείο και μας έχει παραδοθεί από τον Ξενοφώντα. Εκτός από την Κοσμογονία του Ησιόδου, μας σώζεται και η Κοσμογονία του Παρμενίδη, ένα ιδιαίτερο αμάλγαμα μυθολογίας και φιλοσοφικής σκέψης.

Και, επιτέλους, ας πάψει εκείνη η καραμέλα που κυκλοφορεί «θρησκεία για το λαουτζίκο – αθρησκεία για τους φιλοσόφους». Διότι και οι φιλόσοφοι, στο μεγαλύτερο μέρος, θεολογούν. Κι ας μη μιλήσουμε μόνο για τον Πλάτωνα, ο οποίος ασχολείται σε βάθος με τους θεούς. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, ερευνούν τις ιδιότητες των θεών. Ανάμεσά τους, ο Ηράκλειτος, σε πολλούς από τους αφορισμούς του που μας σώζονται, θεολογεί. Το ίδιο κάνει και ο Επίκουρος, αποδίδοντας συγκεκριμένες ιδιότητες στους θεούς. Το ίδιο και οι «αντίπαλοί» του Στωϊκοί, όταν στήνουν τη δική τους κοσμολογία με την Αδράστεια ως υπέρτατη θεά.

Ας σημειώσω εδώ πως, ούτε αγνοώ, ούτε θεωρώ ανύπαρκτο και το ρεύμα των άθρησκων / αθεϊζόντων φιλοσόφων. Αμφισβητώ την τελείως αυθαίρετη διαίρεση που διατυπώνεται στην παραπάνω καραμέλα· το ρεύμα της άθρησκης / αθεΐζουσας φιλοσοφίας είναι αδύνατον να μη συνοδεύεται κι από αντίστοιχο ρεύμα στην κοινωνία, ήτοι, στο «λαουτζίκο» κι οι σχετικές μαρτυρίες υπάρχουν.

Τίθεται το ερώτημα, σε μια θρησκεία όπου οι πάντες θεολογούν, πως διασφαλίζεται μια στοιχειώδης ενότητα; Όταν ο καθένας μπορεί να βγαίνει και να λέει ό,τι θέλει, τελικά πως γίνεται να είναι αυτό το πράγμα θρησκεία; Διαφοροποιήσεις υπάρχουν πολλές και μας σώζονται αρκετές από αυτές. Ο Πλούταρχος τα έχει με τον Ηρόδοτο: τον κατηγορεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, για αφελληνισμό των ηρώων της μυθολογίας, όπως τον Ηρακλή. Ο Πυθαγόρας, υποστήριζε πως ο Όμηρος κι ο Ησίοδος βασανίζονται στον Άδη, κι ο λόγος είναι οι ανακρίβειες που είχαν διαδόσει για τους Θεούς. Ο Πλάτων επίσης τα έχει με τον Όμηρο και ζητά να πάψουν να διδάσκονται συγκεκριμένες ραψωδίες του.

Σε όλες αυτές τις διαμάχες, την απάντηση την έδινε η λατρευτική κοινότητα. Η οποία, τελικά, συνέχισε να λατρεύει τον Ηρακλή, ως ήρωα-πρότυπο, συνέχισε να αγαπά τον Όμηρο και να αποδέχεται τον Ησίοδο. Οι πυθαγόριοι, ακολούθησαν τη δική τους πορεία, ερχόμενοι πολλές φορές σε σύγκρουση με τη θρησκεία της πόλης. Οι πλατωνικοί, ακολούθησαν κι αυτοί τη δική τους παράλληλη πορεία για να γίνουν, στην ύστερη αρχαιότητα, κύριοι εκφραστές της ελληνικής θεολογίας.

Το καθολικό δικαίωμα στη θεολογία, κάνει πάσα σε ένα ακόμα χαρακτηριστικό της ελληνικής θρησκείας, με το οποίο θα ασχοληθούμε στο αμέσως επόμενο άρθρο.

Posted in Ελληνική Θρησκεία | Tagged | 3 Comments

Σημειώσεις Ελληνικής Θεολογίας 2 – Η άμεση επαφή με το θείο

Το να ξεκινήσεις να καταγράψεις τις αντιλήψεις που συνδέονται με την αρχαία ελληνική θρησκεία, είναι δύσκολο. Χρειάστηκε να σκεφτώ αρκετά το ποια θα έπρεπε να είναι η δεύτερη θέση που θα παρουσιάσω, κι αυτο γιατί μιλάμε για ένα συνεκτικό σύνολο αντιλήψεων με αρκετές αλληλεξαρτήσεις: η μια αντίληψη στηρίζεται πάνω στην άλλη κι αυτή σε μια τρίτη η οποία στηρίζεται πάλι στην πρώτη – για να το πω πολύ απλά και σχηματικά. Ψάχνοντας λοιπόν μιαν άκρη στο κουβάρι, λέω σήμερα να γράψω γύρω από το θέμα της άμεσης επαφής με το θείο.

Η θέση πως η ελληνική θρησκεία δεν έχει ιερείς έχει επαναληφθεί ad nauseam και παρ’ όλα αυτά, όποτε πέφτει στο τραπέζι των συζητήσεων, προκαλεί σταθερά τις ίδιες αντιδράσεις. Για κάποιο λόγο, πάντα θα βρεθεί κάποιος ο οποίος θα καταλάβει πως είναι το ισοδύναμο του να λες πως οι αρχαίοι έλληνες δεν είχαν θρησκεία. Plusque ad nauseam λοιπόν, ας τα πούμε άλλη μια φορά.

Για να ξεκινήσουμε, την παρατήρηση πως η ελληνική θρησκεία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια θρησκεία χωρίς ιερείς δεν την κάνω εγώ. Την κάνει, ακριβώς με αυτήν τη διατύπωση, ο Burkert στο έργο-αναφοράς του «Η Θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων» κι αυτός με τη σειρά του στηρίζει την άποψή του σε άλλους μελετητές τους οποίους αδυνατώ να συγκρατήσω. Ας μπούμε όμως στις λεπτομέρειες.

Ιερέας στην ελληνική θρησκεία είναι αυτός που τελεί τη θυσία. Ακόμα και η λέξη «ιερέας» – μας πληροφορεί ο Βυρκέρτιος – σημαίνει «αυτός που σφάζει». Με αυτό το δεδομένο, ιερέας μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμα και ένας δούλος, στα πλαίσια του οίκου του ή της φυλής του. Κατά κανόνα, σε αυτά τα πλαίσια, χρέη ιερέα τελεί ο πατέρας της οικογένειας ή κάποιος αρχηγός της φυλής. Αυτό όμως δεν αποτελεί απαράβατο κανόνα ούτε απαραβίαστο προνόμιο.

Στα πλαίσια του δήμου, βεβαίως, ο ιερέας είναι θεσμικό πρόσωπο. Κι εκεί όμως, η λογική παραμένει ίδια. Ιερέας για το δήμο μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, αρκεί να μην έχει κάνει κάποιο αδίκημα. Και, όπως η κοινότητα της οικογένειας επιλέγει τον ιερέα της, όπως η φυλή επιλέγει τον ιερέα της, έτσι και ο δήμος, επιλέγει το πρόσωπο που επιθυμούν οι πολίτες ως ιερέα του για ετήσια συνήθως θητεία.

“Μισό λεπτό, το ίδιο συμβαίνει και στο χριστιανισμό”, θα ισχυριστεί κάποιος. Ο λαός, δίνει τη συγκατάθεσή του για τον νέο κληρικό στη χειροτονία, άρα κι εκεί έχουμε επιλογή από την κοινότητα. Στα χαρτιά, βεβαίως, διότι ξέρουμε όλοι πως αυτό δεν ισχύει στην πράξη. Ναι, αλλά αν δεν ισχύει στην πράξη σήμερα, πως ίσχυε στην πράξη τότε;

Η απάντηση είναι απλή: μόνο και μόνο το ότι οι ιερείς διορίζονταν για ετήσια θητεία, δείχνει πως δεν μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως έχει προνομιακή επικοινωνία με το θείο: αυτό που σήμερα κάνω εγώ, αύριο μπορεί να το κάνεις εσύ, χτες το έκανε κάποιος άλλος, οπότε μεταξύ μας θα δουλευόμαστε; Να προσθέσουμε επίσης πως τα ιερατικά καθήκοντα όχι απλώς τελούνται αμισθί, αλλά πολλές φορές πρέπει ο ιερέας να καταβάλει ένα σεβαστό ποσό στον ναό προκειμένου να αναλάβει. Για την απουσία κονόμας κατά τα αρχαία χρόνια, συνιστώ το άρθρο του Πέτρου Θέμελη «Όταν το παγκάρι ονομαζόταν θησαυρός».

Είναι σημαντικό, μιλώντας για τα παραπάνω, να έχουμε επίσης υπόψη μας πως η λατρεία σπανίως γίνεται ατομικά. Ο κανόνας είναι η ομαδική λατρεία – στα πλαίσια της οικογένειας, της φυλής, του δήμου: τη λατρεία δεν την απευθύνει κανείς προσωπικά, ούτε καν ο ιερέας, αλλά ο δήμος (η φυλή, η οικογένεια). Άλλωστε, σε αρκετά τελετουργικά που σώζονται, δεν είναι μόνο ο ιερέας ο οποίος «κάνει κάτι», αλλά συμμετέχει όλη η λατρευτική κοινότητα, με κάποιον τρόπο – ένα όμορφο παράδειγμα είναι τα Παναθήναια.

Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις στον κανόνα. Υπάρχουν γιορτές οι οποίες έχουν ξεκινήσει στα πλαίσια μιας οικογένειας. Ειδικά γι’ αυτές τις γιορτές, ιερέας των συμμετεχόντων στη γιορτή, είναι αυτός που επιλέγει η οικογένεια, συνήθως ο πατέρας της οικογένειας. Εδώ λοιπόν μιλάμε για οικογενειακή υπόθεση: αφού η γιορτή ανήκει στην τάδε οικογένεια, πως θα μπει ξένος ιερέας; Τέτοιες γιορτές υπάρχουν πάμπολλες στην Ελλάδα: τα Μουνύχια, στη σημερινή Ζέα, είναι μια καλή περίπτωση. Αλλά η πιο γνωστή τέτοια περίπτωση, είναι τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Θα πει βεβαίως κάποιος και για το μαντείο των Δελφών. ΟΚ λοιπόν, εκεί υπάρχει μια Πυθία η οποία είναι αφιερωμένη στη λατρεία του Απόλλωνα – αν και πάλι η Πυθία είχε συγκεκριμένη θητεία. Θα πρέπει όμως να παρατηρήσουμε επίσης πως το μαντείο των Δελφών δεν κρατάει κανένα μονοπώλιο: μαντεία υπάρχουν πολλά στην Ελλάδα (Τροφώνιο, Δωδώνη, Αχέροντας κ.ο.κ.) αλλά, στην τελική, όταν κάποιος ζητά χρησμό, δεν είναι καν υποχρεωμένος να πάει σε μαντείο: μπορεί να ασκήσει μαντική μόνος του.

Ας θυμηθούμε την Νέκυια της Οδύσσειας: ο Οδυσσέας παίρνει οδηγίες από τη μάγισσα Κίρκη και τελεί μόνος του νεκρομαντεία. Στο συγκεκριμένο περιστατικό μάλιστα, δεν έχουμε μόνο το στοιχείο πως ο Οδυσσέας δεν έχει ανάγκη κανέναν επαγγελματία ιερέα, αλλά βλέπουμε πως και η Κίρκη του δίνει οδηγίες για κάτι το οποίο σήμερα πολλοί θα θεωρούσαν επτασφράγιστο μυστικό! Κι όμως. Θρησκεία «ανοικτού κώδικα» στη σημερινή γλώσσα.

Ή ο Λύσανδρος που, όταν πήγε να μυηθεί στα Καβείρεια, ο ιερέας του ζήτησε να αποκαλύψει το μεγαλύτερο παράπτωμά του. Ο Λύσανδρος τον ρώτησε «εσύ θες να το μάθεις ή οι θεοί;». «Οι θεοί!» του απάντησε ο ιερέας. «Ωραία, τότε εσύ φύγε» του απάντησε ο Λύσανδρος. Διότι ο Λύσανδρος, γαλουχημένος στη νοοτροπία της θρησκείας της πόλης του, απορρίπτει με φυσικότητα την ιδέα πως κάποιος πρέπει να μεσολαβήσει μεταξύ αυτού και των θεών.

Ο «ανοικτός κώδικας» της ελληνικής θρησκείας που κάνει περιττή την οποιαδήποτε διαμεσολάβηση «εκπροσώπου» δε θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Ειδικά αν σκεφτούμε πως διαμορφώνεται από μια κοινωνία η οποία εφάρμοσε την άμεση, χωρίς εκπροσώπους δημοκρατία. Κι έχει και μια συνέπεια ίσως ακόμα πιο σημαντική με την οποία όμως θα ασχοληθούμε στην επόμενη συνέχεια.

Posted in Ελληνική Θρησκεία | Tagged | 7 Comments

Σημειώσεις Ελληνικής Θεολογίας Ι – Εισαγωγή

Είναι κάποιες φορές που τυχαίνει να πέφτω σε κάποιον ο οποίος, όταν μαθαίνει για τις θρησκευτικές μου αντιλήψεις, εκδηλώνει ένα ενδιαφέρον να μάθει μερικά πράγματα παραπάνω. Κι η πρώτη του ερώτηση, είναι πάντα «και τι πιστεύετε;» Θεωρούμε άλλωστε, πως είναι η πιο φυσική ερώτηση που μπορεί να γίνει. Η ερώτηση αυτή όμως, είναι λάθος!

Για όποιον θέλει να προσεγγίσει την ελληνική θρησκεία λοιπόν, αυτό είναι το πρώτο σημαντικό πράγμα που πρέπει να κατανοήσει. Η ελληνική θρησκεία δεν είναι ένα πάγιο και σταθερό σύνολο αξιωμάτων γύρω από το θείο. Η ελληνική θρησκεία, δεν είναι επικεντρωμένη στο αίσθημα της πίστης, αλλά στην πρακτική. Κι είναι σημαντικό να το καταλάβει κανείς αυτό, ακριβώς επειδή στην εποχή μας φαίνεται τόσο περίεργο.

Υπάρχει μια ξεκάθαρη λογική πίσω από αυτή τη θέση: οι αγαθότερες ή βλαβερότερες ιδέες, από τη στιγμή που θα παραμείνουν σκέψεις, δεν μπορούν να επηρεάσουν κάτι, αν δε συνοδευτούν από τις αντίστοιχες πράξεις.

Μπορούμε επίσης να δούμε τη θέση αυτή από άποψη ιστορικής εξέλιξης: η ελληνική θρησκεία βασίζεται στην πρακτική, διότι, πολύ απλά, τα δόγματα, με την τρέχουσα έννοια, δεν έχουν παρουσιαστεί στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο εκείνη την εποχή. Σχεδόν όλες άλλωστε οι θρησκείες εκείνη την εποχή, δεν έχουν να κάνουν με την αποδοχή κάποιου είδους πίστης, αλλά με την πρακτική. Η ίδια η λέξη δόγμα, δεν έχει τη σημερινή έννοια, αλλά προέρχεται από το ρήμα «δοκώ» (=νομίζω) και, από την ίδια ρίζα, όταν μιλούν για κάποιο φιλόσοφο θα μιλήσουν για τις «Κύριες Δόξες» του, δηλαδή για τις κύριες θέσεις τις οποίες εκφράζει.

Το οποίο μας οδηγεί στην κοινωνική οπτική του φαινομένου: αυτό που σήμερα ονομάζουμε «ελληνική θρησκεία», αναδύθηκε στην πραγματικότητα ως μία συνεχής εξέλιξη συνηθειών, οι οποίες είναι κατά κανόνα πατρογονικές. Οι συνήθειες αυτές, φτάνουν να γίνουν θεσμοί οι οποίοι πιστοποιούν τη συμμετοχή των ατόμων στην κοινότητά τους. Και είναι αδύνατο να δούμε τις θρησκευτικές γιορτές έξω από αυτή τη διάσταση. Ο αρχαίος Αθηναίος, συμμετέχοντας στα Ανθεστήρια π.χ. επιβεβαιώνει την αθηναϊκότητά του. Αλλά όχι μόνο σε επίπεδο πόλης. Υπάρχουν γιορτές οι οποίες γίνονται στα πλαίσια της οικογένειας, του σογιού, της φυλής, ακόμα και της συντεχνίας. Οι τεχνίτες των Αθηνών, γιορτάζουν τον Ήφαιστο μόνοι τους. Το σόι του Θεμιστοκλή, τελεί δικά του μυστήρια σε ένα ιερό στη Φλύα (Χαλάνδρι) αποκλειστικά για τα μέλη του σογιού.

Μια τόσο κεντρική αντίληψη όμως, δε θα ήταν δυνατόν να περιορίζεται στα όρια της θρησκείας. Θα ήταν αδύνατον, άλλωστε, να στηριχτεί η οποιαδήποτε αντίληψη, αν δεν ήταν κομμάτι της γενικότερης αντίληψης της κοινωνίας. Είναι γενική αντίληψη λοιπόν για τους αρχαίους έλληνες, πως, αυτό που μετράει, είναι τα έργα και όχι τα λόγια. Αυτήν ακριβώς τη θέση δικαιώνει, παραδείγματος χάριν, ο Σωκράτης, όταν μένει στην Αθήνα για να πιει το κώνειο: αποδεικνύει πως, αυτά που δίδασκε, δεν ήταν λόγια του αέρα: επιβεβαιώνει το λόγο του, με τις πράξεις του.

Ας θυμηθούμε όμως κι ένα άλλο περιστατικό. Μας έχει παραδοθεί λοιπόν πως, όταν κάποιοι ζήτησαν από το Διογένη να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, λέγοντάς του πως όσοι μυηθούν θα βρίσκονται σε ξεχωριστή θέση στον Άδη, αυτός τους είπε: «Είναι γελοίο να βρίσκονται ο Αγησίλαος καί ο Επαμεινώνδας στα Τάρταρα καί κάποιοι τιποτένιοι, επειδή μυήθηκαν, να βρίσκονται στις Νήσους των Μακάρων». Οποιοσδήποτε αθεΐζων διαβάζει σήμερα το παραπάνω περιστατικό, επαινεί το Διογένη και οικτίρει τους καημένους τους θρησκόληπτους για αυτά που πιστεύανε. Μια προσεκτικότερη ματιά όμως στο περιστατικό, μας δείχνει πως ο Διογένης, στην πραγματικότητα, δε διαφοροποιείται σε τίποτε από τη γενικότερη αντίληψη της ελληνικής θρησκείας: όλοι κρίνονται από τις πράξεις τους και το έργο τους. Με μια ακόμα πιο προσεκτική ματιά, θα προσέξουμε πως ακόμα κι οι… θρησκόληπτοι της εποχής, δε ζητούν από το Διογένη να πιστέψει κάτι, αλλά να κάνει κάτι. Πιστεύουν μεν πως αυτό το κάτι που πρέπει να γίνει, θα παράγει κάποια μεταφυσικά αποτελέσματα. Αλλά, επιμένω, αυτό που επιζητούν, είναι η συμμετοχή, όχι η αποδοχή κάποιας πίστης.

Αυτός είναι ο λόγος που η αρχαία Ελληνική Θρησκεία δεν αναγνωρίζει δόγματα και ιερές γραφές: από τη στιγμή που συμμετέχεις στις γιορτές κι επιβεβαιώνεις έτσι πως ανήκεις στην πόλη, δεν απασχολεί κανέναν το τι πιστεύεις. Ακόμα κι ο «άθεος» Επίκουρος, άλλωστε, υποστήριζε την ενεργό συμμετοχή στις γιορτές.

Αν όμως η αρχαία Ελληνική Θρησκεία δεν έχει δόγματα, αυτό δε σημαίνει πως στερείται αντιλήψεων. Οι αντιλήψεις αυτές όμως, με τη σύγχρονη γλώσσα, θα ήταν πιο δόκιμο να τις χαρακτηρίσουμε με τον όρο «επικρατούσα ιδεολογία». Άλλωστε, εκφράζονται ακριβώς με αυτόν τον τρόπο: πρόκειται για μια σειρά από θέσεις οι οποίες θεωρούνται, λίγο-πολύ, αυτονόητες. Κατά καιρούς εμφανίζονται ρεύματα τα οποία παρεκκλίνουν από αυτό το σύνολο ή αμφισβητούν κάποιες από αυτές τις θέσεις. Αλλά, κατά κανόνα, δεν αμφισβητούν το σύνολο.

Η ανίχνευση των κεντρικών θέσεων της Ελληνικής Θρησκείας λοιπόν, είναι ένα δύσκολο έργο, το οποίο έχει να κάνει με την ανίχνευση αυτών των θέσεων οι οποίες δε δηλώνονται ποτέ, ούτε έχουν ποτέ καταγραφεί σε κάποιου είδους ιερό βιβλίου. Απλώς θεωρούνται δεδομένες, πολύ απλά διότι έχουν καθολική αποδοχή. Άλλωστε, σε αυτό το κείμενο, μόλις γνωριστήκαμε με μια πρώτη τέτοια θέση: πως η πράξη, έχει μεγαλύτερη σημασία από την πίστη.

Posted in Ελληνική Θρησκεία | Tagged | 4 Comments

20 χρόνια πριν, ακριβώς

Θυμάμαι πως όλα αρχίσανε πολύ απλά. Μια συζήτηση-ενημέρωση η οποία έλαβε χώρα στην αλάνα δίπλα από το σχολείο, για την οποία λίγοι μαθητές ενδιαφέρθηκαν. Θέμα, η εγκύκλιος η οποία μόλις είχε φτάσει στα σχολεία της χώρας κι η οποία περιέγραφε κάποιες απλές αλλαγές. Αυτά που άκουσαν, με εξοργίσανε. Θεωρούσα πως το λογικό ήταν, όταν ήταν να γίνουν αλλαγές στο σχολείο, αυτές να γίνουν προς την κατεύθυνση μιας καλύτερης και ουσιαστικότερης παιδείας. Κούνια που με κούναγε βεβαίως. Ο τότε υπουργός παιδείας Κοντογιαννόπουλος, ενδιαφερόταν μοναχά να εφαρμόσει μέτρα αστυνομικού χαρακτήρα με μοναδική έννοια όχι να ελέγξει ακόμα πιο σφιχτά μαθητές οι οποίοι σε λίγους μήνες έως δύο χρόνια το πολύ, θα ενηλικιώνονταν και θα ψήφιζαν.

C’était la guerre.

Και το παρόν ποστ δεν είναι μια αποτίμηση των όσων έζησα τότε, ούτε θέλει να έχει κανενός είδους ψευτοαντικειμενικότητα στα γεγονότα των ημερών αυτών. Είναι μια υποκειμενικότατη εξιστόρηση των καταλήψεων όπως τη θυμάμαι κι όπως τη βίωσα τότε. Τούτο το άρθρο δεν το υπογράφω εγώ, αλλά ό,τι συνεχίζω να κουβαλάω μέσα μου από τον 17άχρονο που τότε κατέβηκε στο δρόμο.

Δε θυμάμαι πως ακριβώς αποφασίσαμε την έναρξη της κατάληψης, σίγουρα όμως έγινε με κάποια ψηφοφορία.  Κι αμέσως άρχισε ο πυρετός. Ποιοι θα μείνουν, ποιοι θα φύγουν. Στη σχολική μου ζωή, ήταν η πρώτη φορά που μας έβλεπα να παίρνουμε θέση και να χωριζόμαστε σε «εμείς» και «οι άλλοι», χωρίς όμως να έχει τόσο χτυπητή αντίθεση μεταξύ «μαύρου» και «άσπρου». Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα φίλο, δευτεροδεσμίτη, που ετοιμαζόταν να δώσει για να μπει στην Ιατρική και με ενοχές μου εξομολογιόταν πως δεν μπορούσε να συμμετέχει, αλλά συνεισέφερε όσο πιο γενναιόδωρα μπορούσε στην τροφοδοσία της κατάληψης για να ενισχύσει. Θυμάμαι και τον παλιό μου διπλανό. Θα έδινε κι αυτός για ιατρική. Είχε ξαναγίνει κατάληψη για έναν πραγματικά αστείο λόγο όταν πηγαίναμε στην πρώτη λυκείου. Τότε είχε πει «ψηφίζω να γίνει η κατάληψη για να μην κάνουμε κατάληψη όταν θα είμαστε στην τρίτη και χάσουμε τότε μαθήματα». Οπότε, εκείνη τη φορά, ψήφισε εναντίον μόνο και μόνο επειδή ήμασταν στην τρίτη και, παρόλο που παρακολουθούσε μαθήματα σε ακριβό φροντιστήριο, δεν ήθελε να ρισκάρει να χαθούν μαθήματα από το σχολείο, μην τυχόν και χάσουμε το δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές εξετάσεις.

Με το που ξεκίνησαν οι καταλήψεις, ξεκίνησε και η λάσπη από τον τύπο. «Οι μαθητές κάνουν καταλήψεις για να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην κοπάνα» ήταν το κλισέ που επαναλαμβανόταν κι εγώ άφριζα. Το θέμα μας δεν ήταν το ότι η εγκύκλιος καταργούσε τις αδικαιολόγητες απουσίες. Το θέμα δεν ήταν καν η εγκύκλιος. Το θέμα ήταν πως ενώ κάναμε μάθημα σε άθλιες αίθουσες, χωρίς θέρμανση και το μόνο που έσωζε την κατάσταση ήταν η καλή διάθεση των καθηγητών που είχαμε την τύχη να έχουμε, η βελτίωση της παιδείας δεν ένοιαζε κανέναν. Και θέλαμε να εκφράσουμε την αντίθεσή μας: θέλαμε καλύτερη παιδεία, όχι αυταρχικά διατάγματα για αστυνομικά μέτρα.

Τότε ήταν που εγώ, που ανήκα στους «σπασίκλες» γνώρισα για πρώτη φορά από κοντά τους διαβόητους «κοπανατζήδες». Ξέρετε, τα παιδιά που κάνουν συχνά κοπάνες, που δεν ενδιαφέρονταν για τα μαθήματα και που παίρνανε κακούς βαθμούς. Και τότε ήταν που εκτίμησα πραγματικά αυτούς τους συμμαθητές μου, διότι αυτοί δε μένανε στα λόγια. Στηρίζανε την κατάληψη και μένανε εκεί, στο σχολείο, με τις ώρες, την ίδια στιγμή που πολλοί «καλοί» μαθητές, ψήφιζαν «ναι» εκ του πονηρού, ώστε να εκμεταλλευτούν τη διακοπή των μαθημάτων ώστε να μελετήσουν καλύτερα τα μαθήματα που συνεχίζανε, έτσι κι αλλιώς να κάνουν, στο φροντιστήριο. Κι αυτοί ήταν η θλιβερή πλειονότητα στα μέλη της οποίας δεν παρέλειπα να τα χώνω.

Αλλά ας πιάσουμε και το άλλο φετίχ των εφημερίδων: τις καταστροφές. Κάπου στις πρώτες μέρες, κάποια παιδιά μπήκαν στο χημείο του σχολείου. Βούτηξαν μερικούς βώλους ανθρακασβέστιο και κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ρίξει έναν… στο φραπέ του. Το αποτέλεσμα ήταν ο αφρός να απλωθεί σε μήκος γύρω στα 10 μέτρα. Αν δεν το έβλεπες, δεν μπορούσες να πιστέψεις πως ένα ποτήρι νερό με λίγο καφέ μπορεί να βγάλει τόσο πολύ αφρό. Α! και κανείς δεν είχε την έμπνευση να ανάψει τον αφρό.

Στα πιο σοβαρά, δε θέλαμε να καταστρέψουμε ούτε θρανία, ούτε καρέκλες. Αλλά, το βράδυ, όταν το κρύο του Δεκέμβρη μας τρυπούσε, οι αναστολές μας τελείωναν και ρίχναμε στη φωτιά τα ξύλα από τις καρέκλες, τα οποία, μαζί με το βερνίκι τους, βγάζανε πολλή ζεστασιά. Έτσι λοιπόν, κάποιος γονιός, επειδή κατάλαβε τι γινόταν, αντί να καταριέται την αλητονεολαία που δε σέβεται τίποτε πήγε και μας έφερε ένα γερό φορτίο με καυσόξυλα, να ζεσταινόμαστε από αυτά. Έκτοτε, ελάχιστες καρέκλες καταστράφηκαν.

Εν τω μεταξύ, η κατάσταση αγρίευε. Ξέραμε πως στην Πάτρα κυκλοφορούν περίεργες συμμορίες οι οποίες την πέφτανε σε καταλήψεις. Οι φήμες λέγανε πως συμμορίες από ΜΑΚΙτες κάνανε ντου σε κατειλλημένα σχολεία και μοίραζαν ξύλο αφειδώς. Σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να μη θυμηθώ έναν παλιό μου συμμαθητή, την προσωπική μου αντιπάθεια από το γυμνάσιο, ο οποίος πεισμωμένα μου έλεγε «δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το βλέπουν κομματικά. Κι εγώ Νέα Δημοκρατία υποστηρίζω, αλλά αυτό το νομοσχέδιο είναι βλακεία και δεν πρέπει να περάσει! Κι αν έρθουν ΜΑΚΙτες, εγώ θα τους αντιμετωπίσω». Και το εννοούσε. Εννοείται πως η παλιά μας έχθρα παραμερίστηκε. Τελικά, η αγωνία τερματίστηκε όταν μια ομάδα από γονείς αποφασίσανε να κάνουν κι αυτοί βάρδιες στην είσοδο του σχολείου.

Ήταν η μοναδική φορά που ξενυχτούσα στο σχολείο. Ήταν η μοναδική φορά που πήγαινα στο σχολείο καθημερινά, τις μέρες των διακοπών των Χριστουγέννων. Με φίλους από άλλα σχολεία, ανταλλάξαμε εθιμοτυπικές επισκέψεις στις καταλήψεις. Κι ήταν η πρώτη φορά που μίλησα σε κοινό, εκεί, στις γενικές συνελεύσεις, οι οποίες γίνονταν κάθε δύο-τρεις μέρες. Ας λέγανε ό,τι θέλανε όσοι «θέλανε να κάνουν μάθημα» μη χε. Το σχολείο είχε χίλιους μαθητές. Στις γενικές συνελεύσεις συμμετείχαν καμμιά εκατοστή. Αν πραγματικά θέλανε να λήξει η κατάληψη, δεν είχαν παρά να παρευρεθούν στη γενική συνέλευση και να ψηφίσουν για τη λήξη της. Αν το παίρναν απόφαση, μας είχαν στο χέρι.

Αρχίσανε οι πορείες. Η Αθήνα ποτέ δεν είχε δει τόσο μεγάλη πορεία μαθητών και είχε καιρό να δει τόσο μεγάλες πορείες γενικότερα. Ο έξω κόσμος όμως, παρόλο που το κίνημα των καταλήψεων είχε γιγαντωθεί, εξακολουθούσε να μην παίρνει χαμπάρι. Αυτό με εξόργιζε. Τα παιδιά σας είναι στους δρόμους γυρεύοντας μια καλύτερη παιδεία. Πως γίνεται να μη σας νοιάζει; Αποκλείσαμε ένα δρόμο χωρίς καμμία ενοχή. Ας καθυστερήσετε μια μέρα να πάτε στη δουλειά σας, εδώ συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικό! Και είναι τα ίδια συναισθήματα που με κάνανε να φωνάζω κι εγώ, μαζί με τους συμμαθητές μου, καθώς κατεβαίναμε την Ιπποκράτους για να πάμε σε μια από τις πολλές πορείες «Όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας, τότε θα βγείτε απ’ τα κλουβιά σας».

Ήρθε η 7η Ιανουαρίου, η μέρα που «έπρεπε» να ανοίξουν τα σχολεία. Η κυβέρνηση είχε δώσει εντολή οι καθηγητές να πάρουν απουσίες έξω από τα σχολεία. Οι καθηγητές όχι απλώς αρνήθηκαν, αλλά μας υποστήριξαν. «Παιδιά, αυτό που ζητάει το υπουργείο είναι παράνομο, μη φοβάστε καθόλου». Εκείνη τη μέρα, σκάσανε ξανά μύτη όλοι οι μαθητές του σχολείου, όλα τα εξαφανισμένα καλόπαιδα που φοβόντουσαν «μη χάσουμε μαθήματα».

Η κατάσταση ήταν αμφίρροπη. Η επίμαχη εγκύκλιος είχε αποσυρθεί. Σκεφτόμουν πως αν σταματούσαμε τώρα την κατάληψη, θα δικαιώναμε όλους αυτούς που λέγανε πως κάναμε τις καταλήψεις για το δικαίωμα στην αδικαιολόγητη απουσία. Οι καταλήψεις έπρεπε να συνεχιστούν. Αλλά η επακόλουθη ψηφοφορία ήταν ντέρμπι.

Ψηφίστηκε η συνέχιση της κατάληψης.

Την επόμενη μέρα, στο σχολείο ήμασταν πάλι οι γνωστοί. Μας ήρθαν τα νέα για τη δολοφονία του Τεμπονέρα. Δε μας επηρέασε. Δε θα ξεχάσω όμως τη δημοσιογραφική αλητεία του Χρήστου Πασαλάρη, ο οποίος στη στήλη του, θεωρούσε πιθανό τον Τεμπονέρα να τον έχουν σκοτώσει οι ίδιοι οι καταληψίες.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου. Το ξέραμε πως θα γίνουν επεισόδια. Δεν πτοηθήκαμε. Κατεβήκαμε όπως πάντα στην πορεία.

Πρώτη στάση στο Σύνταγμα. Κάπου εκεί έρχονται τα νέα πως παραιτήθηκε ο Κοντογιαννόπουλος κι αναλαμβάνει ο Σουφλιάς. Φωνάζουμε ένα νέο σύνθημα. «Σουφλιά! Σουφλιά! Άκουσε καλά! Δε γίνεται παιδεία με βουλωμένα αυτιά».

Το πρόγραμμα της διαδήλωσης έλεγε πως στη συνέχεια θα πηγαίναμε στην πλατεία Ομονοίας και θα κάναμε κατάληψη της πλατείας. Φτάσαμε. Σταθήκαμε. Κι εκεί, μην έχοντας τι να κάνουμε, ξαπλώσαμε στο οδόστρωμα, εκεί, στη συμβολή της Ομόνοιας με τη Σταδίου. Ένα κουβάρι παιδιά, ο ένας ξαπλωμένος πάνω στον άλλον, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βουΐζουν τα αυτοκίνητα. Μια στιγμή που θα την κρατήσω στη μνήμη μου, ως την τελευταία στιγμή της αθωότητας.

Κάποια στιγμή είχα απομακρυνθεί, νομίζω πως είχα πάει να βρω φίλους από κάποιο άλλο σχολείο. Και τότε, βλέπω κόσμο να έρχεται περπατώντας γρήγορα προς το μέρος μου. Και ξαφνικά, μια ενόχληση στα μάτια κι ένα έντονο γαργαλητό στα βλέφαρα που σε έκανε να θες να τρίψεις τα μάτια σου.

Το πρώτο δακρυγόνο.

Κοίταξα γύρω μου. Το σκηνικό είχε αλλάξει μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Στην πλατεία, κάποια παιδιά, μερικά του γυμνασίου, να φοράνε μάσκες, κι ένας να κρατάει ένα ξύλινο κοντάρι, σαν σκουπόξυλο.

Δεν είχα δει καμμία αφορμή για να μας την πέσουν τα ΜΑΤ.

Κάτσαμε στην Ομόνοια όσο μπορούσαμε περισσότερο. Μέχρι που η κατάσταση έγινε αφόρητη από τα δακρυγόνα. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο.

Κίνησα με τα πόδια. Κάπου στην Αλεξάνδρας, βρήκα ένα λεωφορείο και μπήκα μέσα. Ένας γέρος, ρωτούσε τι είχε γίνει. Του απάντησα λιγόλογα κι αυτός άρχισε το παραλήρημα. «Να φύγετε, να πάτε στη Ρωσία, κομμούνια!» μου έλεγε. Εγώ δεν καταλάβαινα. «Τι σχέση έχει ο κομμουνισμός;» των ρώταγα. Οι άλλοι επιβάτες του λεωφορείου με κοιτούσαν με συμπάθεια και μου κάνανε νόημα να σταματήσω γιατί ο γέρος δεν καταλάβαινε. Έπαψα να δίνω σημασία.

Έφτασα σπίτι. Ο πατέρας μου με είδε και μου έβαλε τις φωνές «Και τι κατάλαβες που κατέβηκες;» με ρώταγε, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει την ανακούφισή του που είχα επιστρέψει σπίτι σώος και αβλαβής.

Αυτό ήταν το αποκορύφωμα των καταλήψεων εκείνων. Ακολούθησαν κάποιες πορείες στις οποίες δεν κατέβηκα. Ένοιωθα πως ό,τι είχαμε να κάνουμε, το είχαμε κάνει. Γύρω στη μια βδομάδα μετά, η γενική συνέλευση ψήφισε τη λήξη των καταλήψεων κι εγώ έπεφτα στο κρεββάτι με μια πνευμονία την οποία τσίμπησα κάποιο κρύο βράδυ στο σχολείο την οποία ακόμα τη σκέφτομαι με ένα κρυφό καμάρι, σαν τραυματίας πολέμου.

Ας μην επεκταθώ στα μεθεόρτια.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά, και με όσα συμβαίνουν γύρω, νοιώθω σαν να ξαναζώ τα γεγονότα εκείνων των ημερών.

Θα ήθελα όλοι όσοι ήμασταν εκεί, τη μέρα εκείνη, να είχαμε δώσει ένα ραντεβού, στο ίδιο σημείο. Όχι για να κάνουμε πορεία, όχι για κάποια διαμαρτυρία, αλλά έτσι.

Για να δείξουμε πως θυμόμαστε…

Posted in Μεμονωμένα - Ανεξάρτητα | Tagged , | 2 Comments

Πανσέληνος στο Ηλιοστάσιο

Το χτεσινό δεν ήταν σκέτο ηλιοστάσιο. Βασίλισσα της χτεσινής νύχτας, ήταν σίγουρα η Σελήνη, η οποία άπλωνε γενναιόδωρα το γαλαζωπό της φως. Φυσικό κι επόμενο ήταν λοιπόν, ένας ύμνος της τελετής για το ηλιοστάσιο, να είναι αφιερωμένος σ’ Αυτήν.

Το «φυσικό» βεβαίως, για κάποιους, είναι πέρα για πέρα αμφισβητίσιμο, ειδικά για κάποιον που θα περνούσε και θα σκεφτόταν «δες τώρα, ένα τσούρμο αλλοπαρμένοι έχουν χαζέψει κοιτώντας ένα διαστημικό σωρό από πέτρες στον οποίο μάλιστα προσεύχονται». Χμ… Από καθαρά τεχνικής πλευράς αν το πάρουμε, ο τυχαίος περαστικός, έχει δίκιο. Πράγματι, η Σελήνη είναι ο φυσικός δορυφόρος της γης, βρίσκεται στην τάδε τροχιά κι έχει μια σειρά από ιδιότητες κ.ο.κ. όπως ξέρουμε όλοι μας. Πάρα πολύ ωραία!

Και λοιπόν;

Η Σελήνη, είναι αιώνια και πανανθρώπινη. Είναι ή ίδια που έβλεπαν και μοιράζονται όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη, από τότε που υπάρχει άνθρωπος πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Κι είναι αυτή που πάντα ασκούσε στον άνθρωπο αυτή τη μαγνητική γοητεία. Αυτή τη γοητεία που έκανε ποιητές και τραγουδιστές να γράψουν γι’ αυτή μύθους, θρύλους, τραγούδια, προσευχές, σαν να απευθύνονται, όχι απλώς σε ένα πρόσωπο, αλλά σε ένα αγαπημένο πρόσωπο. Από την μικροπαντρεμένη την κόρη τη ξανθή, που τον ήλιο και το φεγγάρι παρακαλεί, μέχρι το γαλάζιο φεγγάρι που άκουσε την προσευχή μιας νεαρής (ή ενός νεαρού; ) και της (του) έστειλε ένα ταίρι. Αυτά δεν είναι πραγματικά δείγματα πως η Σελήνη μπορεί και μιλάει με τους ανθρώπους;

Αλλά και η φυσική επίδρασή της στις ζωές των ανθρώπων, είναι αυταπόδεικτη. Δεν είναι ανάγκη ούτε κανείς να είναι σεληνιασμένος, ούτε να έχει τις ευαίσθητες μεταπτώσεις των καλλιτεχνικών ψυχών για να το διαπιστώσει. Η Σελήνη, για αιώνες, φώτιζε τα βράδια μας. Εκείνη μας έμαθε να μετράμε το χρόνο και να τον χωρίζουμε σε μήνες. Μαζί της έρχονται και φεύγουν οι παλίρροιες της θάλασσας.

Αιώνια, πανανθρώπινη, πραγματική παραστάτιδα των ανθρώπων. Για μένα αυτές είναι αρκετές αποδείξεις πως η Σελήνη είναι θεά. Μια θεά όχι στο υπερπέραν, αλλά μια θεά την οποία μπορώ να δω, πρόσωπο με πρόσωπο, κάθε μέρα, και να κουβεντιάσω μαζί της. Κι η οποία μπορεί να με κάνει να σηκωθώ λίγο, να βγω τοσοδά από τα όρια του εαυτού μου, και να γίνω λίγο καλύτερος.

Μια τέτοια θεά αξίζει στ’ αλήθεια να την υμνώ.

Καλό Ηλιοστάσιο σε όλους!

(Τι άλλο; 🙂 )

Posted in Ελληνική Θρησκεία | Tagged , , | 6 Comments